Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

τουκ

Όμως τα χείλια τους μπορεί να έρχονταν σε επαφή, αλλά ελάχιστα. Έλα να παραδεχτούμε πως το πεταχτό φιλί δεν είναι παρά ένας τετράγωνος τροχός, στείρο και ελαφρά δυσοίωνο. Το φιλί είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη του κόσμου σχεδόν ίδια σε μέγεθος ανακάλυψη με αυτή του καθρέφτη παρόλο που σχεδόν διαφωνώ με το χρηστική του αξία. Από τότε που ανακαλύφθηκε ο καθρέφτης χάθηκε η φαντασία.
Το φιλί έκανε αυτό που επιστήμη δε θα μπορούσε να κάνει και δε θα της περνούσε καν από το μυαλό, να βάλει σε κίνηση τα χείλη, να τα συγχωνεύσει, να τα κάνει λες και έχουν μπολιάσει επάνω τους αχινοί.

Τελευταία ζω με εμμονές και σταυροφόρους.
Πιστεύω βαθιά πως ο τρυποκάρυδος είναι το πιο ερωτικό βιβλίο που έχει γραφτεί και που θα υπάρξει ποτέ.
Πιστεύω πως η μέριλιν ζει ακόμη μαζί με τον έλβις κρυμμένοι κάπου στη ύδρα.
Τις νύχτες ονειρεύομαι πως έξω από το σπίτι σου έχει ανέβει θάλασσα και λίγο παρακάτω από το σπίτι σου έχει φτάσει παραλία
Πιστεύω πως ο ντέβιντ γκάχαν είναι ο μεσσίας ή πως ο ντέιβιντ γκάχαν είμαι εγώ.
Αν δεν είμαι εγώ τότε τις νύχτες γίνομαι γάτος.
Περιμένω ακόμη το πρώτο ραντεβού αυτό που κάποιος θα γυρίσει σπίτι τον άλλον και στη καληνύχτα συμβαίνουν τα πιο αναπόφευκτα.
Σου λέω είμαι μαθη΄της του σρι μπαγκουάν ραζνίς.
Μετά σου λέω δεν είμαι μαθητής κανενός γκουρού.
Μετά σου λέω είμαι παθιασμένος ατομιστής.
Και έχω ρουμπινένια αύρα.
Σου μιλάω και σου γράφω όπως τα ψυχεδελικά ναρκωτικά. Τίποτα δε τρομάζει.
Με κάθε ευκαιρία θέλω να κουλουριαστώ στα πόδια σου.
Με κάθε ευκαιρία θέλω να αλλάξω ξανά όνομα.
Θέλω να αρχίσω να επικοινωνώ μαζί σου όπως η ρούμπι μοντάνα συναλλάσσεται με τους θησαυρούς της. Επικοινωνεί μαζί τους. Δεν της αρέσει η απλή ιδιοκτησία και δεν συγκεντρώνει μπιχλιμπίδια.
Και επικοινωνεί με το γλυκό πουλί της νιότης.
Καλοκάγαθα αλλόκοτα πιστεύω πως το κενό μου θα αδειάσει μια και καλή όταν σε περάσω απέναντι.

reach out and touch faith μαλάκα.

http://esslin-esslin-eisai-edo.blogspot.com/2011/06/blog-post_27.html

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

τικ

Κάθε βράδυ κλειδώνω τις πόρτες και αφήνω ανοιχτά τα παράθυρα γιατί πάντα μπαίνεις στη ζωή μου ανορθόδοξα και τα αφήνω ανοιχτά γιατί τις νύχτες που κοιμάμαι νομίζω πως ξυπνάω και γίνομαι γάτος και οι γάτοι μπαινοβγαίνουν κι αυτοί ανορθόδοξα.

Κι απ' τα ανοιχτά παράθυρα μπαίνουν μέσα διαλύσεις με οξειδωμένο θειάφι, τράπουλες, φύλλα καρό και τζόκερ με κλειδιά.

Όποτε περιμένω να μπεις απ' τα παράθυρα το μυαλό μου γίνεται παράνομο και τα μάτια μου παθαίνουν πάρκινσον.

Μπορούσα να σε αγνοήσω όπως έκανα μέχρι τα εικοσιτόσα μου.
Δύσκολα μπορούσα να σε αγνοήσω γιατί όταν δεν έμπαινες από τα παράθυρα, με το που άνοιγα το μάτι μου το κάτω μου βλέφαρο χτυπούσε στο πεζοδρόμιο και το πάνω στο ταβάνι αλλά κι όταν έμπαινες εγώ σου είπα γινόμουν γάτος κι έφευγα.

Δε μπορώ να σε αγνοήσω.

Πάντα με ξετρυπώνεις από παντού,
κι όταν αλητεύω κι όταν γίνομαι αρχιτέκτονας.


(Είμαι σαν την μπλανς ντιμπουά. Αλλά όπως θα ήταν σε βιβλίο του τομ ρόμπινς ή σε επτάστιχο του ελύτη.)

http://esslin-esslin-eisai-edo.blogspot.com/2011/06/blog-post_18.html

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

διόνυσοι

Κάπως ξεκινάμε και γράφουμε ανορθόδοξα
και οι λέξεις άλλα εννοούν και άλλα λένε,
κι ύστερα ζούμε και προχωράμε το ίδιο ανορθόδοξα
και πας αλλού από εκεί που θες
και χρησιμοποιείς αντί για ζάχαρη,
αυτή την ασταθή χημική σύνθεση,
θειάφι που είναι σχεδόν το ίδιο ασταθής
μα οξειδώνεται με το ίδιο πάθος που οξειδώνεται και η ζάχαρη.
Χρησιμοποιείς πολύ ζάχαρη γενικά στις πιθανότητες.


Όταν η ζέστη απλώσει,
και οι καλαμιές στο ποτάμι μυρίσουν
και το ποτάμι βραχεί πριν χυθεί στη θάλασσα

κι όταν τα λουλούδια κατέβουν οδοφράγματα στους δρόμους

τότε ο ουρανός θα γυρίσει ανάποδα
και τα πουλιά θα πετούν αντίστροφα.


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

7

Κάπως, δε θυμάμαι πως, ξεκινήσαμε να χορεύουμε ξαπλωμένοι πάνω σε κάποιο από αυτά τα χρώματα τα παράφορα τα βαθιά μα τελικά ήμασταν στις πυραμίδες.
Αλλά ποιος δίνει σημασία;
Έχεις ανάψει μια φωτιά στο θώρακά μου.
Αυτό είναι το μόνο που με αναγκάζει να υπηρετήσω.

Τι έρημος, τι κήπος των ηδονών ποτέ δεν είχε σημασία.
Τι πριν, τι τώρα.
Η ουσία είναι στο παρελθόν.
Το παρελθόν και το παρόν και το μέλλον φτιάχνουν ένα παρόν,
και λάγνες υποσχέσεις, επιθυμίες και σκορπιούς.
Παραληρώντας πάλιωσα κι εγώ.

*(όταν χάνεται το μυστήριο χάνεται και ο έρωτας σελ. 288)

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

ανακατεύθυνση

Κάπου κάπου χορεύουμε,

κάπου περπατάμε παράλληλα,

κάποτε ο ένας
γράφει
την αυτοβιογραφία του άλλου,

κι ύστερα περπατάμε παράλληλα
κι ύστερα πλάτη πλάτη,
κι ύστερα ένα σώμα γυμνό,
μια μελωδία,
ένας σπασμός.

Για τις αποδημητικές σου νύχτες γράφω.

Υπερθεμάτισα για χάρη σου.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

μεναγιά

"άσε κάθε σκιά
σα παιδί σε κοιτώ
κάνω πάλι όνειρα
έχω πάρει φωτιά μες στο σώμα άναψα
άκου ήχους ζεστούς φέρνει η αγκαλιά
πιάνω άλλους παλμούς
αναπνέω ξανά
είμαι πάλι άνοιξη
στο κορμί στο μυαλό
είμαι κάθε αίσθηση
γέμισα σ' αγαπώ.

βλέπω το έργο να με κοιτάζει.
και σε καλούς καιρούς και σε κακούς το φως αλλάζει.

σιωπηλή η καταιγίδα στην προσμονή."


θ.τ.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον

Αν έφτανε η αγάπη τα πράγματα θα ήταν πολύ απλά. Όσο αγαπάμε τόσο εδραιώνεται το παράλογο. Δεν οφείλεται στην έλλειψη αγάπης το ότι ο Δον Ζουάν πηγαίνει από γυναίκα σε γυναίκα.
Δεν υπήρχε τίποτε ακατανόητο σε εκείνη τη περίοδο της ζωής μου που δεν ήξερα ή δεν είχα παρατηρήσει το παράλογο του θέλω και το παράλογο του αγαπώ και το παράλογο που ακολουθεί μόλις κάποιος τα καταλάβει. Δυσκολεύομαι επίσης να βρω αν ήμουν θύτης ή δήμιος, αν ήξερα το σκοπό και τον αγνοούσα ή αν δεν τον ήξερα καθόλου.
Δεν ήξερα εκείνη τη περίοδο της ζωής μου πως είναι να θέλω και ασυναίσθητα δεν ήθελα κιόλας να θέλω, ούτε με πείραζε εκείνη τη περίοδο που με φιλούσε κάποιος που φορούσε γυαλιά ηλίου τρυποκάρυδου και έτρωγε αβοκάντο αλόχα για βράδυ ή γουάβα λάβα για πρωινό.
Δεν ήξερα ή δεν ήθελα εκείνη τη περίοδο να πεθάνω ούτε να ζήσω για πάντα, ήθελα μόνο υπάρχω κι έλεγες άσε το μοιραίο θα 'ρθει τι το σκέφτεσαι, κι έτσι το άφηνα και μόνο έγραφα και σημείωνα ότι έκανα και ότι όνειρα έβλεπα και μετά τα έβαζες σε τάξη και φτιάχναμε ύστερα μια πραγματικότητα άλλη και μέναμε εκεί, σε αυτή τη προέκταση της πραγματικότητας που μου έλεγες πως η ίδια η πραγματικότητα την είχε ανάγκη και όχι εμείς για να ζήσουμε εκεί.
Και εκείνη τη περίοδο της ζωής μου ήμουν σοφός κι είχα μια σοφία τρελή, δηλαδή αντίθετη από τη συμβατική σοφία. Είναι αυτή που κολυμπά ανάποδα για να μη παρασυρθεί από το μπούρδικο συμβιβασμό, αυτή που ανατρέπει τη νεύρωση διακωμοδώντας την. Ήμουν σχεδόν αλχημιστής της πράγας και άλλοτε ο κάρλος καστανέντα.
Εκείνη τη περίοδο ότι ήταν που είχα αρχίσει να σπουδάζω ηθοποιός κι είχα αποφασίσει να αλλάξω κι όνομα κι ακόμα το έχω γραμμένο σε εκείνα τα τετράδια που έγραφα με κόκκινο στυλό και κοιμόμουν με τον ίψεν και το καμύ κάθε βράδυ και μιλούσα με τον ετρούσκο του βάλταρι.
Και ξαφνικά ξεκίνησα να θέλω, να θέλω να βγάλω το μαχαίρι μόνος μου να σκοτωθώ από το κόσμο να χαθώ. Κι όσο βάθαιναν οι ώρες μου βάθαιναν και τα τραγούδια μου και τα θέλω και ο κόσμος γύρω γινόταν πιο κουραστικός από φασαρία μέχρι που ξέμεινα με ότι είχα μείνει στην αρχή.
Με μια μύχια τρέλα και μια εξαιρετική διαύγεια.


Χρόνια αργότερα αγάπησα όσα δεν ήθελα να θέλω στο βασίλειο της λευκότητας. 
Από τα πιο ευτελή έως τα πιο σημαντικά, όλα στοχεύουν στην άπειρη λευκότητα, στα λευκά σκότη.
Και χρόνια αργότερα έμαθα πως αυτό που μαθαίνουν στις δραματικές σχολές είναι το πως ανοιγοκλείνουν οι πόρτες του συναισθήματος, της μνήμης και πως να τα υπερασπίζονται ή τα θυσιάζουν.


Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

ιδεολογικές αγκυλώσεις

όπως μετά το κρασί
λείπει στα χείλη η υγρασία.
όπως από τον ουρανίσκο
το νερό.

έτσι.

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

συμβιβασμοί τζαζ

Διέσχιζα την κλαυθμώνος ενάμιση χρόνο.
Ο χρόνος μου ταλαιπωρείται τελευταία.
Για την ακρίβεια μου τη δίνει αυτή η μονοδιάστατη αξία που του έχουν δώσει οι γύρω του επειδή απλά τους προσπερνά όπως ακριβώς και το εξευγενισμένο γάβγισμα που προωθείται σταθερά.

Πόσο καιρό ήσασταν μαζί;
Έλα ρε... και κάνεις έτσι; Τι να πω κι εγώ...πέντε χρόνια.

Και ξαφνικά μια ποσότητα δίνει δικαίωμα στην αναθεώρηση της σχέσης και την κάνει να φαίνεται αποβολή μιας και δε κράτησε πάνω από δύο μήνες.

Φαντάζομαι υπάρχει κάποια εγκυρότης σε αυτή την ακαδημαϊκή προσέγγιση.
Ότι δηλαδή το ζητούμενο είναι το προβλέψιμο γαβ γαβ και όχι το αναπάντεχο νιαούρισμα επειδή το πρώτο απλά πληρώνει τους λογαριασμούς του.

Ξέρεις ο κόσμος μου τελικά πορεύεται χάρη στην παρανόηση-μόνο με καθολική παρανόηση έρχομαι σε συμφωνία κι αυτό γιατί αν τυχόν, κακώς, καταλάβαινα δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω.
Είναι αυτό που οι θιβετιανοί ονομάζουν "τρελή σοφία".
Ότι είναι εκκεντρικά εύθυμο είναι σοβαρό και εύθυμο.

Ξέρεις με είχες διαλύσει.
Κι επειδή εγώ δεν ήμουν εγώ ούτε ήξερα τι ήμουν πως να ήξερα διαλυμένος πήρα τα κομμάτια κι έφτιαξα άλλο εγώ. Αυτό το εγώ που έχει στις τσέπες μικρές εκστάσεις του να είσαι ζωντανός. Ξέρεις τώρα πάλι δεν εννοώ συνταγές και βιβλία για να φτάσω στο πυρήνα του ζεν, του σουφισμού και της τάντρα αλλά εννοώ αναμνηστικά μίκι μάους και νομίσματα και εισιτήρια. Όλα αυτά που εκείνος ο μουχλιασμένος πληροφοριοδότης είχε ονομάσει σκουπίδια.
Όλα πια είναι δισδιάκριτα κι ανώνυμα.

Ο θεός μου και το βάθος του θέλουν το μεγάλο μπανγκ.
Θέλουν πεισματικά επιβεβαίωση.
Θέλουν μια χιλιοχρησιμοποιημένη πολαρόιντ που να βγάζει μπλε και πράσινες φωτογραφίες.

(οι φωτογραφίες-θυμάσαι τι σου έλεγα-απλά παγώνουν τη στιγμή στο μπροστινό μέρος από πίσω η ιστορία συνεχίζεται)

Θέλουν για γλυκό το πιο απελπιστικό ροζ στο τέλος της ημέρας.
Θέλουν ο ουρανός να αποδίδει κάθε λέξη.


Αν έρχονταν τα πάνω κάτω ο ουρανός θα ήταν έρημος.


Έχω μεγαλώσει, εν μέρει.
                                                                                                                                                                                

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

νεολογισμοί

Περιμένω να ζυγιάσεις το φως μου με τον ουρανό.

Ένας μπρούτζινος άντρας γονατισμένος όσο μπορεί.

Είναι δικός μου ο μικρός μπρούτζινος άτλας.

Στην αρχή δεν θα φουντώσει καθόλου.

Αργότερα με τη κάφτρα του θα θολώσει την ιστορία.

Τα μύρια χρυσά μου πέταλλα τα φύλλα τα άπνοα που αιμοραγούν .

Σούρα στο λαιμό.

(ο μπάσταρδος)

μου άφησες το σημάδι της γέννας.

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

7 μικρές φωτιές

Εγώ κι ουρανός έχουμε συζήτηση ανοιχτή,
πως είναι φυσικό για 'μένα να είμαι κάτω ξαπλωμένος,
να έχω τις ρίζες μου στο χώμα,
να χρυσαφίζω με τα φύλλα του Μάρτη,
να είμαι κάτω ξαπλωμένος,
να παίρνω απ' το αχ το τελειωμό μου,

να 'μουν δέντρο
να ρούφαγα ορυκτά και μητρική αγάπη.

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

χαλκός ηχών

Έχω δύο χρόνια να σε φιλήσω και νοιώθω ενοχές γι' αυτό.

(νομίζω)

Κάποτε μου 'ρχεται να ζωγραφίσω τη ψυχή σου.
Τα δαιμόνια, τους καρπούς της γνώσης κι αυτό το αιώνιο σύμπλεγμα του Λαοκόοντα.
Αυτό που σκοτώνει ήσυχα το μυστικό κόσμο των ονείρων, των παιδιών μου.
Αυτό που ασεβεί.

Κάποτε μου 'ρχεται να σε ξεχάσω μα όλο αδυνατώ να θυμηθώ να το κάνω κι αισθάνομαι τύψεις γι' αυτό.
Και κάποτε σε σκέφτομαι περισσότερο από την έννοια του συνέχεια.

Και γι' αυτό πιστεύω πως γίνομαι καλά και σωπαίνω.

Πιστεύω πως λείπεις τόσο στο σώμα μου που επηρεάζει το πνεύμα - του δημιουργεί πόλωση.

Πιστεύω πως η όσφρησή μου ανταποκρίνεται καλύτερα μόνο στη δική μου μυρωδιά - όταν τις νύχτες μυρίζω ότι δικό σου έχει ξεμείνει ή ότι έχω κλέψει τέλος πάντων.

Πίστευα πως σε είχα κρύψει κάτω από παλιόχαρτα, μέσα σε χαρτόκουτα και περιτυλίγματα δώρων, σε τίποτα παλιά συρτάρια.

Πιστεύω πως είσαι το ραντεβού που δίνουν οι εφιάλτες μου.

Πιστεύω σε πράγματα που είναι αλήθεια, σε πράγματα που είναι ψέμματα και σε πράγματα που κανείς δεν ξέρει αν είναι αλήθεια ή ψέμματα.

Πιστεύω στη μέριλιν μονρόε, στον άη βασίλη, στους μπίτλς, στον έλβις, στον πασχαλινό λαγό που πετάει στον ουρανό και τραγουδάει, στις μοίρες, στο νερό.

Πιστεύω στα ψέμματα.
Πιστεύω πως οι άντρες είναι μικρά αγόρια με βαθιά προβλήματα επικοινωνίας.

Πιστεύω σε πίτσες και μπύρες και ότι είσαι ότι πιο απροσδιόριστο έχω.

Το μόνο απόλυτα μη ενδελεχές.

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

το γράμμα που λέγαμε

Και για να μην νομίζεις πως παλάβωσα από την θλίψη που έφυγες και δεν ξέρω τι λέω θυμήσου τι μου έλεγες τότε που περπατούσαμε αγκαλιά στα σκοτεινά και φτάναμε μέχρι το ξημέρωμα μαζί. Κρύο μου έλεγες, παγωμένη πάντα είναι η ανατολή και μου το έλεγες πάντα σιγά όχι για να μην σε ακούσουν οι άλλοι μα γιατί δεν είχες δύναμη να φωνάξεις περισσότερο όταν ήσουν μαζί μου. Κάνει κρύο μου έλεγες με παγώνει η αυγή, η λευκότητα, δεν μπορώ να βλέπω τον ήλιο να γεννιέται κάθε μέρα καινούριος τον ζηλεύω έλεγες. Και θυμήσου τώρα και τις ιστορίες που μου έλεγες εκείνες, τι ωραίες ιστορίες που ήταν, πως με υπνώτιζες. Τι ήταν πραγματικό τι φανταστικό ούτε που ήξερα κι ούτε που με ένοιαζε, μου ‘φτανε μόνο που σε άκουγα να μιλάς. Φαντάσου μου έλεγες πως είμαστε μακριά σε ένα χωριό στην Αργεντινή και μένουμε δίπλα στο ποτάμι και στο δάσος πίσω από το σπίτι έχει κάτι αρκούδες κάτασπρες που ξυπνάνε μόνο το σούρουπο και χορεύουν και μετά με έπαιρνες από τις αρκούδες γιατί μου έλεγες πως αν τις παρακολουθούσαμε πολύ ώρα θα το καταλάβαιναν και θα μας κυνηγούσαν με έπαιρνες από εκεί και μου έλεγες θα σε πάω στις πηγές τώρα στη σπηλιά που είναι μυστική και την ξέρω μόνο εγώ και εκεί ζουν νύμφες και αερικά- ωωω γεμάτος ο τόπος από δαύτα και μου έλεγες να μην απαντήσω αν ακούσω να φωνάζουν το όνομά μου γιατί θα μου κλέψουν την μιλιά. Κι ύστερα φεύγαμε από εκεί και πηγαίναμε βόλτα μέσα στο δάσος και μου έδειχνες κάτι σημάδια στο χώμα και μου έλεγες να από εδώ πέρασαν λάμιες κι από εδώ οι κένταυροι πως ήξερες να διαβάζεις όλα τα σημάδια αλήθεια, και μετά μου έδειχνες τους θάμνους και μου έλεγες πως εκεί από κάτω έχουν τα σπίτια τους οι νάνοι των κήπων που είναι πονηροί και κάνουν ζαβολιές. Κι εγώ τα πίστευα όλα αυτά κι ας ήταν της φαντασίας σου και θυμάσαι τι σου έλεγα; Ας πεθάνω εδώ σου έλεγα ας γίνει ο τάφος μου. Μου έφτανε που με μάγευες και δεν ρωτούσα τίποτα, δεν ζητούσα εξηγήσεις. Ούτε τώρα ζητώ. Καλά έκανες κι έφυγες. Που είσαι; Στείλε μου ένα γράμμα. Μάγεψέ με ξανά. Όπως τότε θυμάσαι; Που ξαπλώναμε στη ξαστεριά και μου έλεγες να εκεί είναι η Παρθένος κι εκεί το άλλο κι όταν έβλεπες πως δεν έβρισκες άλλους και εγώ σε ρωτούσα συνέχεια και σου έλεγα πες μου κι άλλους κι άλλους εσύ έφτιαχνες δικούς σου θυμάσαι; Πόσους είχες φτιάξει, πόσα ονόματα είχες κατασκευάσει κι εγώ σου έλεγα κι άλλα κι άλλα κι ας πεθάνω εδώ. Και μου έλεγες τι όμορφα που μυρίζει η νύχτα, δεν έχει μυρωδιά η νύχτα σου έλεγα, έχει μου έλεγες μύρισε τα νεράντζια στους δρόμους, τη δροσιά, μύρισε τα παιχνίδια, μύρισε το φεγγάρι που μεγαλώνει, το χώμα, τους περαστικούς μου έλεγες και τα νυχτολούλουδα τι πάθαινες αλήθεια με τα νυχτολούλουδα πόσο σου άρεσαν σε κοίμιζαν και ακολουθούσες την μυρωδιά τους κι ούτε ήξερες που πήγαινες και μου έλεγες μύρισε κι εσύ εδώ μέσα ζουν μάγοι και μάγισσες μύρισε μου έλεγες αν κλείσεις τα μάτια και μυρίσεις ένα νυχτολούλουδο τα μεσάνυχτα θα μείνεις νέος για πάντα κι εγώ το έκανα και πίστευα πως θα έμενα νέος για πάντα και θα μέναμε μαζί. Κι ύστερα με έπιανες από το χέρι και μου έλεγες είμαστε γίγαντες τώρα γίγαντες ακούς και με ένα βήμα φτάναμε στην κίνα και μου έδειχνες τις αμυγδαλιές και μου έλεγες πόσο θλιμμένες είναι οι αμυγδαλιές και μετά με έπαιρνες από εκεί και με πήγαινες στο βορρά και μου έδειχνες το σέλας την πολύχρωμη ομίχλη κοίτα μου έλεγες τι ωραία που είμαστε γίγαντες και με ένα βήμα είμαστε όπου θέλουμε τι ωραία, τι ωραία που με ταξίδευες. Κι ύστερα αναπάντεχα χανόσουν και μετά εμφανιζόσουν ξανά. Είχα συμβιβαστεί βέβαια με το αναπάντητο και μαζί σου μα με έθλιβε πάντα. Κι όταν ερχόσουν ξανά μετά την εξαφάνισή σου με έπαιρνες και μου έκανες πάλι αυτά τα απίστευτα θυμάσαι; Όλα σου ήταν απίστευτα ειδικά οι βόλτες στη θάλασσα θυμάσαι; Με είχες πετάξει μέσα μια φορά άνοιξη ακόμα όταν είχα πάει στην άκρη και χάζευα κι έψαχνα να δω ψάρια και βγήκα από την θάλασσα και ήμουν σαν βρεγμένο γατί και γελούσες και γελούσα κι εγώ και όταν μου ζήτησες συγνώμη σου είπα δεν χρειάζεται παρ’ την πίσω γιατί ήξερα πως θα με έσπρωχνες. Πως το ήξερες μου είπες αποκλείεται και τότε σου είπα μια λεπτομέρεια που είδα με την άκρη του ματιού μου όταν πλησίαζες και κοκάλωσες-δεν μ’ ένοιαζε.





Κάπως έτσι ήταν το γράμμα, δεν το θυμάμαι ακριβώς. Ίσως αυτό να ήταν και λίγο πιο ωραίο-πιο αυθόρμητο.

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

η άφιξη της αλήθειας

Το δέρμα μου ένα κινούμενο θαύμα
λάμπει
πυρπολημένο ήλιο φθινοπωρινό
τείνει προς τα βότσαλα και τα λειένει απαλά.

Γατζώνει αγκιστράκια χαμόγελου
και ξεγλιστρά
σε ένα αιωνόβιο φορτηγό πλοίο.

Το ξέπλυναν όμορφα
από τις γλυκές μου αναμνήσεις
από όπου κρατιόντουσαν επίμονα
ονόματα και διεθύνσεις
φλόγες και αυστηροί σοφοί.

Η ερυθρότητα της πληγής
μιλά
στην λευκότητα της μη μνήμης
σαν σπάργανα
σαν βρέφος φρικτό.

Ανταποκρίνεται.

Λέει πως υπάρχουν ντουζίνες
ακάνθινες συρμάτινες παγίδες
κι έτσι ποτέ
δεν μπορούσα να πω
που πάτησες
το πόδι σου
δεν θα μπορέσω ποτέ
να σου μιλήσω.

Η γλώσσα μου
κολλάει στον ουρανίσκο.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

liquid love - part 2

Πότε βρήκα αυτή την αποσύνθεση, πότε την φόρεσα ούτε που κατάλαβα.

Και πόσο φρέσκια είναι αυτή η διάλυση μου μοσχοβολάω δεν περιγράφεται και τα άκρα μου λες και έχουν έρθει περισσότερο από όσο έπρεπε κοντά με θειάφι και άργυρο και οξειδώθηκαν τόσο όσο η αθωότητα μέσα μου.

Κι αυτό το ρομάντζο που ξεφωνίζει εντός μου παραπλεύρως της παιδικότητας τι είναι πάλι;
Γέμισα ρομάντζα, μπήκαν ως την ψυχή μου, απ' όπου και να με πιάσεις στάζω έρωτες.
Της νέας αγάπης, της μοναξιάς, των αστεριών.

Θα όριζα την μοναδικότητα ενός σημείου που έχω βρεθεί με μια σειρά υπεραναλυτικών και διεξοδικών μετρήσεων που θα περιελάμβαναν ακόμη και τις πιο άχρηστες λεπτομέρειες.

Θα μπορούσε να συμβεί βεβαίως και το ίδιο με αυτόν τον ανεξήγητο και αξέσπαστο ερωτισμό που νιώθω μόνο εάν η σκέψη μου και η έννοιά μου η ίδια δεν ήταν ατάκτως σκορπισμένη και μπερδεμένη λες κι έχει περάσει θύελλα και συγκατοικεί με το αίνιγμα.

Μα που να γυρίζει το μυαλό μου τώρα πια θα ήθελα να μάθω και σε ποιά ηλικία και σε ποιά εποχή και με ποιόν είναι μαζί και μοιράζεται την αρρώστια του.
(για ιδεολογικούς και μόνο λόγους θα ήθελα να βρίσκεται κάποια χρόνια μπροστά και να είναι ένα μυαλό παράνομο και να χορεύει χορό ιθαγενών μπούγκι-γούγκι ή έστω βαλς. Αλλά να είναι παράνομο.)

Και οι αγκώνες μου άραγε εκεί που είναι θα έχουν βρει εμπόδιο για να λυγίσουν ή από συνήθεια να συνέβη ξανά.
Ξέρεις, εννοώ τα δάχτυλά μου θα έχουν βρει σάρκα καυτή να γαντζωθούν, να σφίξουν, μαλλιά να ανακατέψουν τέλος πάντων.

Κι αντίστοιχα αναρωτιέμαι για όλα μου τα όργανα αν έχουν βρει το ποθούμενο ζητούμενο.

Για το σαγόνι μου ας πούμε αν βρήκε λαιμό κατάλληλο να κουμπώσει και να κλειδώσει εκεί.

Για τις λαγόνες μου αν θερμαίνονται λόγω επαφής με τους δικούς σου.


Δικούς σου, λέμε τώρα – τρόπος του λέγειν – του γίγνεσθαι – του γίνε και πάρε με για να γίνω μαζί σου στο κόσμο εκείνο που οι ταχύτητες υπομένουν την ακινησία και η βαρύτητα δεν έχει συνέπειες οπότε και κάθε τοίχος μπορεί να θεωρηθεί οροφή ή δάπεδο αναλόγως που θα αποφασίζουμε να σταθούμε.

Ένα στοίχημα ευστάθειας λοιπόν.

Την ημέρα αυτό.
Και τις νύχτες θα κάνουμε κύκλους μες στη σκοτεινιά και η φωτιά θα μας καταβροχθίζει.
Γιατί θα μας τρώει θα μου πεις γιατί έτσι πρέπει γιατί την αλλαγή την μεγάλη δεν την αναζητούμε στα βιβλία αλλά αλητεύοντας.

Έλα να αλητέψουμε.

Να σουλατσάρουμε μεθυσμένοι, να καπνίζουμε μέχρι και τα αποτσίγαρα και αγαπημένο μας ποτό να γίνει το πολύ.
Βεβήλωσε το στόμα μου και τα σαγόνια μου με το δικό σου κι άπλωσε τις παλάμες σου στο κρανίο μου και πάρε αυτό το βόρβορο υγρό από τη γλώσσα μου.
Έλα να ακούσουμε το adagio του albinoni και μετράμε τις πεταλούδες που φτεροκοπούν στις φυσαλίδες της σόδας σου.

Όταν ήμουν μικρός ονειρευόμουν διαφανείς γέφυρες και μεγάλους καθρέφτες.
Τώρα ονειρεύομαι πως έρχεσαι και μαζεύεις την ζωή μου κομματάκι κομματάκι και μετά νύχτες που μιλάμε με ψιθύρους και μειδιάματα και πνιχτά γέλια και πως μισοκοιμόμαστε και κοιτάμε το ταβάνι και δεν ξέρουμε τι λέμε.

Κι ονειρεύομαι τα μάτια σου ασημί και τις θηλές σου κόκκινες.

Και στο ξύπνημά μου επάνω σε ρωτάω πότε θα μαζέψεις την ζωή μου κομμάτι κομμάτι και πότε θα σταματήσεις αυτόν τον αναίμακτο διαμελισμό της ψυχής μου και πότε θα παγώσεις το σώμα μου από αυτές τις αλλεπάλληλες αυτοτελείς ασυνεχείς κινήσεις και πότε θα διώξεις με τον πνευστό αγιασμό σου αυτή την βαρετή αυτοσυνειδησία που μου σταματά τη ζωή στη χώρα των θαυμάτων.

Κι αν είναι νύχτα και δεν έχεις δύναμη αρκετή – που ξέρω πως έχεις – επειδή το παρελθόν σου επανέρχεται κι αναβιώνει στο στήθος σου - το βλέπω στις κόρες σου – και σε σκοτώνει ήσυχα, σκίσε τότε λίγο από τη σάρκα μου να φύγει ο δαίμονας.

Πάρε το αίμα μου και σκούπισε τις αμαρτίες σου και σκέπασε την ηθική σου.

Υπόθεσε απλά το παρόν.

Δεν υπάρχει αντίσταση σ’ αυτή τη γλυκιά χρήση του σώματος, καμία αντίσταση.

Έρωτα εσύ, με περισσή
όταν λαβώνεις δύναμη,
μήδ' όνομα από σε
μήδ' αρετή μπορεί να βγει.
(Μήδεια β’ στάσιμο)

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

τα χρόνια

Εισέρχονται σαν πολεμιστές
από την χώρα του περασμένου
σαν σκέψεις δικές μου,
αγκάθια είναι και τριγυρίζω σαν γιόγκι.

Θεέ μου εγώ δεν είμαι σαν εσένα,
δεν έχω γύρω μου άστρα
μα ηλίθιο κομφετί
και μαύρο κενό.
Το πάντα μου φέρνει πλήξη,
ποτέ δεν το θέλησα.

Ότι αγαπώ είναι τα ελάσματα
σε κίνηση από τον άνεμο.
Η ψυχή μου πεθαίνει μπροστά τους
και στις οπλές των αλόγων,
στο μαγεμένο τους χλιμίντρισμα πριν το πετάλωμα.

Κι εσύ Μεγάλο Πέταλο.
Τι το σπουδαίο υπάρχει σε 'σένα;
Ένας βρυχηθμός, μια τύχη κι ένας Χριστός
με το θεϊκό του δάκρυ να ανυπομονεί να σώσει ένα τέλος.

Στο ασημένιο βάθος τα ελάσματα χορεύουν.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

ὑακίνθων συνήθειες


Περισσότερο από συχνά μένω μόνος σε σπίτια όπου ζουν κι άλλοι. Δεν μπορώ να πω πως γίνεται τυχαία ή αν το επιδιώκω - κανείς δεν ξέρει.
Κι όταν συμβαίνει αυτό και αδειάζει ο τόπος όλος, αρχίζω τις αναζητήσεις.
Τις εξερευνήσεις σε όλα τα μυστικά και σκοτεινά δωμάτια, δοκιμάζω κάθε είδους λιχουδιές, μυρίζω κάθε μπαχαρικό στην κουζίνα.
Άλλοτε ανοίγω συρτάρια σιγανά και κοιτάω κάτω από τις πρώτες στρώσεις χαρτιών ή ανάμεσα στα δεκάδες πραματάκια που υπάρχουν μήπως κάτι μου ενεργοποιήσει την εντύπωση κι άλλες φορές πάλι ψάχνω για μυστικές καταπακτές σε παμπάλαια έπιπλα όπου μπορεί να είναι κρυμμένα μαγικά βιβλία παλιά και σκονισμένα ή δαχτυλίδια που πραγματοποιούν επιθυμίες.



Πάντοτε, ύστερα από αυτήν την συνήθως προκαθορισμένη διαδικασία, βρισκόμουν μπροστά από καθρέφτες - μεγάλους οβάλ καθρέφτες από αυτούς που μπορούν να κάνουν τούμπα τον εαυτό τους ή από άλλους μεγάλους, πλαγιαστούς που κρέμονταν από τους τοίχους σαν κάδρα πεθαμένων προγόνων - ντυμένος με ρούχα και παπούτσια άλλων, μιλούσα με φωνές γνωστών και αγνώστων, ανδρικές και γυναικείες και τα έβγαζα πέρα με όλους και με κάθε ιστορία που έπλαθα, κυρίως επειδή ήμουν ο ίδιος ο κατασκευαστής, και δεν υπήρχαν θεατές (γι' αυτό ίσως δε πρόκοψα ως ηθοποιός - κατανάλωσα όλο μου το πάθος στους καθρέφτες αυτούς των παραμυθιών και στα ξόρκια τους που με τραβούσαν με τις ώρες σε μια παιδική πανδαισία.).
Και πάντοτε, πάλι, μετά το ταξίδι αυτό περίμενα να επιστρέψει κάποιος, οποιοσδήποτε, και να με βγάλει, να με απομακρύνει από αυτήν την τόσο προνομιούχα μα άχρηστη μοναξιά.
Συνήθως όταν αργούσε να επιστρέψει αυτός ο κάποιος άνοιγα τις πόρτες και τα παράθυρα ή έβγαινα στην αυλή, αν υπήρχε, με ένα βιβλίο - μπορεί και παραπάνω- και καθόμουν κοντά σε οτιδήποτε ζωντανό, ζουμπούλια, υακίνθους, γιασεμιά. Διάβαζα και έτρωγα γλυκά του κουταλιού ή ξερά δαμάσκηνα. Απασχολούσα θέλω να πω με κάτι το στόμα μου, με κάτι που θα μπορούσε να νικήσει την ακαταμάχητη επιθυμία του οργανισμού μου για νικοτίνη.
Έτσι χαιρόμουν, κατά κάποιον τρόπο βέβαια, την απουσία και υπέμενα την μελαγχολία μου.

Z.Z.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

ίχνη σαλιγκαριού

Τον δρόμο αυτόν λοιπόν θα πάρω,
τις θερινές εσπέρες ανάμεσα στα στάχυα
και τα δροσερά τα φύλλα·
όνειρα θε πλέκω και θα χαίρομαι τον αέρα·
δεν θα σου μιλώ
και δεν θα σκέφτομαι.

Όμως το ξέρω
πως κάτι από μέσα θ' αναβλύζει.
Ακόμη κι αν φύγω μακριά
κι ανήκω στους νομάδες,
πάντα πως είσαι δίπλα μαζί θα πιστεύω.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

γράμμα VI

Αγαπημένε Perer,
ο καιρός αλλάζει. Ο χρόνος περνά γρηγορότερα απ' όσο είχα πιστέψει.
Θα έλεγε κάποιος πως έχω πλήρως ενσωματωθεί σε τούτο τον κόσμο,
μα στην αλήθεια δεν πλησιάζω καν.
Υπάρχουν φορές που τόσο υπνωτισμένος αισθάνομαι που δεν καταλαβαίνω
πότε πίνω νερό και δεν θυμάμαι αν έχω τραφεί.
Αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα μόνο με σωματικό πόνο.
Έτσι ξυπνάω από τον λήθαργο των περασμένων χρόνων.
Έχω αρχίσει τελευταία και μετράω τις αμαρτίες μου και για
κάθε μία τραβάω μ' ένα ξυραφάκι ένα εκατοστό από το δέρμα μου.
Φρικιαστικό ίσως σου ακούγεται μα δεν βρίσκω άλλη λύτρωση.
Είμαι τόσο εγκλωβισμένος στο παρελθόν σου που τόσο συχνά μπερδεύομαι
γιατί άλλοτε η φαντασία μου είναι ανίκητη και σε φέρνει μπροστά μου
κι άλλοτε τα χάπια με κοιμίζουν τόσο βαθιά που νομίζω
πως τα δάχτυλά σου είναι μπηγμένα στο κορμί μου.
Πολλές πέτρες κείτοναι καλέ μου φίλε εδώ, πυκνές και ανέκφραστες
κι ο ουρανός δίχως άστρα είναι αλλά με κρατήρες ηφαιστείων γεμάτος.
Τα μάγουλά μου ανάβουν κάθε στιγμή για να λιώσουν αμέσως την επόμενη.
Μα θαρρώ πως αντέχω ακόμη. Τουλάχιστον παίρνω μεγάλες ανάσες και
γεμίζω τα πνευμόνια μου άνεμο και εκτός αυτού μπορώ να περπατώ ακόμη.
Μην ανησυχείς ακόμα.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

όταν ήρθες

Καίγονταν τα ρόδα μου
σαν λιβάνι ιερό όταν ήρθες.
Αμίλητος, τον εντός μου
θάνατο τον έκανες τραγούδι
ανοιξιάτικο.

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

liquid love

Περπατώ σε τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στη φωτιά και τους λουκουμάδες,
ανάμεσα στα ρόδα και τα σιντριβάνια,
ανάμεσα στην αγάπη και την συνήθεια,
ανάμεσα σε ένα αμέθυστο και σε μία ντισκομπάλα.


Και αφού φτάσω απέναντι ανοίγω τα μάτια μου.

Το κάτω μου βλέφαρο είναι ένα βρόμικο πεζοδρόμιο.

Το επάνω μου βλέφαρο είναι ένας γαλάζιος ουρανός, φθινοπωρινός κατά δήλωση.

Και ενδιάμεσα αυτή η πόλη, τόσος κόσμος, τόσα φρούτα, τόσα γράμματα που δεν σ' αφήνουν να κρυφτείς.

Και δεν μου φαίνεται πως είναι αυτή η πόλη τελικά αυτή που έχω αγαπήσει, δεν είναι αυτή που σε έχω γνωρίσει και τρίβω δυνατά τα μάτια μου να φύγουν οι κόκκινοι ιστοί και τα ανοίγω ξανά.και... το ίδιο.

Οπότε αυτή είναι.

Είναι αυτοί όλοι οι δρόμοι που τους περπατάω ακόμα τα βράδια σαν υπνωτισμένος και κοντοστέκομαι σε μερικούς περαστικούς ή σε κανένα άρωμα εξαιρετικό και συνεχίζω χωρίς να ξέρω που πάω ή και με ποιόν καμιά φορά... λες κι έχει σημασία σημαντική...

Οι βιτρίνες, που το πρωί θυμίζουν διαμάντι φρεσκοπλυμένο και όσο σουρουπώνει σκονίζονται όπως σκονίζονται οι εγκαταλελειμμένες σκέψεις.

Μου αρέσουν οι βιτρίνες. Στην πραγματικότητα τρελαίνομαι για βιτρίνες. Είναι αυτοί οι τόσο μικροί χωρίς στάλα οξυγόνου κόσμοι όπου είναι όλα τέλεια βαλμένα, αληθινά πολιτισμένα και τίποτα δεν εμπεριέχει τον κίνδυνο δεύτερης σκέψης. Πίσω από τις βιτρίνες ενός δρόμου δηλαδή κρύβεται ο αληθινός εαυτός του δρόμου αυτού.

Και μιας και λέμε για δρόμους πάλι, είναι τόσο όμορφοι τελικά αυτοί οι δρόμοι. Είναι όμορφοι και μυρωδάτοι. Την άνοιξη μυρίζουν νεράντζια, το Σεπτέμβρη επιστροφή, τετράδια, μετά μυρίζουν γλυκά, το χώμα, το βρεμένο τσιμέντο, ομπρέλες, το πρώτο σου χαμόγελο με νόημα και η καλύτερη τυρόπιτα της πόλης στην οδό Βουλής.

Και είναι και τόσο άδειοι και τόσο γεμάτοι μαζί, ανεξαρτήτως τοπογραφικού ενδιαφέροντος.

Και συμβαίνουν τόσα σε αυτούς τους δρόμους όλους... περισσότερα ας πούμε από ότι συμβαίνει στα νεοκλασικά της Μητσαίων.

Μιλούν βέβαια.

Αρκεί να τους απευθύνεις τον λόγο πρώτος.

Γενικά είναι εντάξει.

Είναι γεμάτοι ταμπέλες επίσης,

Ο κόσμος ολόκληρος είναι γεμάτος με ταμπέλες. Νέον.

Χαρίζεσθαι ἐρασταῖς εκ πλάτωνος συμποσίου.

Χαρίζεσθαι, χαρίζονται... δεν βαριέσαι; Όποιος προλάβει πρώτος.

Αν χαρίζεσθαι γούστο σας, αν σας χαρίζονται και δεν προλάβατε κρίμα σας.

Άντε να βρεις ξανά. Όχι ότι έχασες και τίποτα σοβαρό. Σιγά το κελεπούρι θα έλεγε κανείς.

Δεν θα το έλεγε κανείς όμως.

Αν χαρίζεσθαι λοιπόν μη χαρισθείτε εντελώς, κρατήστε και κάτι για το σπίτι. Μια διαφωνία ας πούμε ή ένα γέλιο γελένιο και όχι παρελκόμενο. Κρατήστε και καμιά αξία αν περισσέψει αλλά αν όχι δεν πειράζει, ούτως ή αλλιώς οι αξίες υπάρχουν για να υποτιμούνται.

Χαρίζεσθαι λοιπόν όπου γουστάρετε καθείς και ας χαθεί και κάτι. Τόσο εαυτό έχετε, τι να τον κάνετε ολάκερο;

Ας μιλήσουμε και για τους δρόμους αυτούς που δεν έχουν ταμπέλες προς ανεύρεση συντροφιάς μα έχουν αντίθετα σήματα από αυτά, όπως δηλαδή απαγορεύεται η διέλευση άνω του ενός ατόμου την φορά.

Εννοώ θέλετε να μιλήσουμε για μοναξιά στον πιο κεντρικό δρόμο της πόλης μεσημέρι Τετάρτης με εορταστικό ωράριο στα καταστήματα; Εννοώ κάποιο μεσημέρι στην Σκουφά με λουλούδια σε τζελατίνα και ξυρισμένος στο γυαλόχαρτο. Καθόλου μοναξιατικό. Ίσως να μην είναι, ίσως και να είναι. Ίσως μοναξιά είναι να γυρνάς σπίτι μούσκεμα από την βροχή και να μην έχεις κανέναν να πάρεις τηλέφωνο να σου έχει βάλει τις πιτζάμες στο καλοριφέρ ή να σου ανοίξει το θερμοσίφωνα ή ίσως να είναι όταν κάποιος τρώει μόνος του ή όταν διαβάζει Στάινερ ή όταν κάνει μπάνιο.

Και γιατί όλα αυτά στο δρόμο ας πούμε;

Γιατί να μην χρειάζεται να προσέχω μην τυχόν και πέσω σε κανένα πηγάδι ξεσκέπαστο και πνιγώ στο κέντρο του κόσμου και να ακούω ιστορία μου αμαρτία μου;

Γιατί είναι περιττό προφανώς και παρανοϊκό και αφενός αλλά και αφετέρου να ψάχνω για πηγάδια στην Ακαδημίας παρόλο που κοιτάω κάτω καμιά φορά.

Ας μην κατασκοπεύω πηγάδια λοιπόν άλλο πια.

Ας κάνω κάτι άλλο.

Να ποτίζω γιασεμιά για παράδειγμα ή να εμφιαλώνω αρώματα ή απελπισία.

Ή θα μπορούσα να βγαίνω κάθε βράδυ και να πνίγομαι και να πέφτω απ' την άκρη της αβύσσου και το επόμενο βράδυ πάλι το ίδιο και το επόμενο ξανά.

Γενικά τώρα σκέφτομαι πως μπορώ να κάνω τόσα πολλά που να μην με κάνουν να σκέφτομαι τέτοια άσχημα πράγματα και κυρίως πρέπει να γίνεται αυτό τις νύχτες.

Μήπως θα μπορούσα να σκέφτομαι πως θα ήταν αν ήμουν άλλος - κάποιος άλλος ή αυτό θα ήταν πιο τρελό από τα προηγούμενα; Ίσως;

Σκέφτομαι να γίνω ακροβάτης τα επόμενα χρόνια. Λέω δηλαδή να το βάλω σκοπό, και να δουλέψω σε ένα τσίρκο.

Θα ήθελα επίσης να γίνω καλλιεργητής πυγολαμπίδων. Βέβαια έχω περάσει τα 10 οπότε θα έπρεπε να είχα σταματήσει να θέλω να γίνω πράγματα που τότε ήθελα. Δεν έχει σημασία όμως γιατί καλλιεργητής πυγολαμπίδων μπορεί να γίνει κάποιος σε οποιαδήποτε ηλικία. Εννοώ δεν χρειάζεται κάτι σπουδαίο ούτε είναι σαν να λέω ότι θέλω να γίνω αστροναύτης ή ζαχαροπλάστης. Και ζαχαροπλάστης θα ήθελα να ήμουν. Όχι κανονικός όμως αλλά από αυτούς που ανοίγουν σοκολάτες και λιώνουν φύλλα σε μικρές σοκολατερί αλλά πιο πολύ απ' όλα θα ήθελα να γίνω επιστήμονας και να ανακαλύψω το φάρμακο της απέραντης αγάπης. Ενδοφλέβιο θα είναι. Ενδοφλέβιες δόσεις απέραντης αγάπης. Θα μπορούσε να είναι και ναρκωτικό αντί για φάρμακο βέβαια και θα ήταν ότι πρέπει τούτη την ώρα.

Αυτό ήταν λοιπόν. Όλες αυτές οι συνεχόμενες προτάσεις χωρίς ανάσα ήταν για να καταλήξω εδώ. Μου λείπουν διάφορα δηλαδή. Αυτό ήθελα να πω και κάποια ακόμη όπως ας πούμε ότι κουράστηκα να κοιμάμαι μόνος και να μην κοιμάμαι παράλληλα και ότι αν απόψε δεν βρω παρέα θα λολαθώ και ότι είμαι τόσο ρευστός σαν σοκολάτα μαύρη 75% και ότι τελικά δεν ξέρω αν ο Πλάτωνας στο συμπόσιο είχε πέσει μέσα με αυτά τα ημίτομα κι αν ο Δίας τα έσκισε όντως στα δύο και από τότε ψάχνει το ένα το μισό του άλλου που θα ήταν ωραία ιστορία και συγκινητική να είμαι δηλαδή εγώ ένα ημίτομο κι εσύ το άλλο ημίτομο και οι δυό μας να γίνουμε ένα άτομο αλλά όχι πολύ αισιόδοξη  αλλά κουράστηκα να γράφω νομίζω χωρίς νόημα και σημεία στίξης και να αναλύω το συμπόσιο και τέτοια.

Έτσι κι αλλιώς η μοναξιά είναι παιχνίδι.
Ο Ίψεν το είπε όχι εγώ.





Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

η συνέχεια ύστερα

...και ως ξύπνησα τούτο το πρωινό κάθε άλλο παρά συνηθισμένο ξύπνημα ήταν.
Σαν κάτι να έλειπε,
και δεν εννοώ φυσικά τα χέρια σου που ήταν τυλιγμένα στο κόρφο μου κάποια ξημερώματα,
αφού αυτά λείπουν εδώ και χρόνια κι όμως ξέρεις μου λείπουν ακόμη.
Σαν κάτι πιο δικό μου να έλειπε.
Όπως εγώ ας πούμε.
Σαν να έλειπε το σώμα μου και τα άκρα μου όλα.
Λες και κάποιος ήρθε την νύχτα και μου λήστεψε το κορμί μου ολόκληρο.
Μα δεν πήρε και την σκέψη μου μαζί.
Μια σκέψη έχω απομείνει τελικά χωρίς σπίτι.
Μια σκέψη που αιωρείται, νοερή και υπνωτισμένη απο εσένα ξανά.
Νομιζά πως μόνο το σώμα μου κυριαρχούσες
μα προφανές,
ή μη έστω,
είναι πως και τα σκεπτικά μου κύτταρα κινείς.
Και τώρα μόλις δα,
που δεν έχω καθρέφτη να κοιταχτώ και χέρια να ψηλαφήσω,
καταλαβαίνω πως το πρόσωπό μου είχε πάρει το σχήμα που του δώσαν τα χάδια σου
και οι σκέψεις μου όλες είχαν φτιαχτεί από το υλικό που είναι φτιαγμένη η ανάσα σου.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

λήθη & σια

Όλων μου των χθες η λάσπη
κάπου βαθιά
στου κρανίου μου την σπηλιά σαπίζει,

κι αν για κάποιο λόγο
ή φαινόμενο ευξήγητο
χαιρόμουν,

δεν θα σε θυμόμουν πια,

ή εξαιτίας ενός ύπνου σπάνιου
και μιας σελήνης θρεπτικής
όπως τα φύλλα μαντζουράνας.

Σε λίγους λόγους μοιραίους
και σε λίγα στίξης σημεία φοβισμένα

ένα μέλλον εχάθη χθες,
τόσο ανεπανόρθωτα.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

άτοπος ονειραγωγή

Θα σε πάρω να φύγουμε μια μέρα,
να πάμε να μείνουμε στην Κούβα.

Ίσως Κούβα ονομάσουμε ένα νησί,
την Ύδρα ας πούμε.

Θα σε πάρω να ζήσουμε εκεί.

Ίσως κάτι να λείπει,
μα ίσως,
σκέψου,
και όχι.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Σχέδιο Νο3

Σου λέω το σχέδιό μου.
Θα βραδιάζει πιο γρήγορα όσο χειμωνιάζει περισσότερο, θα στεναχωριέσαι λίγο, θα στεναχωριέμαι κι εγώ, θα βρέχει και θα έχει συννεφιά, θα φεύγεις το πρωί για την δουλειά και ύστερα από λίγη ώρα θα φεύγω κι εγώ, θα σκέφτομαι πότε θα γυρίσω σπίτι να σε δω, δεν θα σε παίρνω τηλέφωνο, θα κάνω διάλειμμα για τσιγάρο, θα σε πάρω τότε μια φορά να ακούσω πως είσαι, θα χαρείς, τα βράδια θα καθόμαστε στο σαλόνι στον μπλε καναπέ, θα κάνει ζέστη, έξω θα βρέχει λίγο, θα έχουμε και θέα να χαζεύουμε μιας και θα μένουμε ψηλά, θα μιλάμε, θα καπνίζω, θα μου λες να το κόψω, θα καπνίζω ακόμα, θα αφήσεις το κεφάλι σου στον ώμο μου για λίγο, θα του κάνω παρέα, θα σε μυρίσω, θα τα ξεχάσουμε όλα.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

ανακοίνωση

Έχω μια παραμικρή υποψία σήμερα από το πρωί που ξύπνησα και μόλις κατάλαβα ότι ξύπνησα σαν να κατάλαβα ότι κάπου αλλού ξύπνησα και όχι όπου συνήθως.
Αλλά είναι τόσο παραμικρή η υποψία αυτή που δεν διακρίνεται και μπερδεύομαι κι έτσι όπως μπερδεύομαι μπερδεύω και τους κόσμους.
(Για τους ανθρώπους δεν με πολύ νοιάζει να σας πω. Με νοιάζει δηλαδή θέλω να πω αλλά όχι πολύ, θα ήταν εγωιστικό να μην με νοιάζει καθόλου άλλωστε.)
Μπέρδεψα που λέτε τις πραγματικότητες σήμερα την αυγή και νόμιζα πως ανατέλλει ήλιος λιλά και στον ουρανό κυκλοφορούν πασχαλιές που τραγουδάνε χαμηλοφώνως και όταν κάτσουν σε κανά γιακά περαστικού ξεκινούν το πλέξιμο. Το μπλέξιμο δηλαδή αφού βάζουν ιδέες αλλοπρόσαλλες όλη την ώρα.
Κι έτσι όπως η σκέψη μου χρειαζόταν χλωρίνη νέας τεχνολογίας για να ξεδιαλύνει ξαφνικά συνειδητοποιώ πως δεν βρίσκομαι στο σπίτι μου αλλά στο παλιό μου σπίτι και πως η κουζίνα που με κοιτούσε ήταν η παλιά μου κουζίνα που μου είπε πως θα μου φτιάξει εκείνη καφέ.
Περίεργα πράματα σκέφτομαι.
Όχι και τόσο δηλαδή.
Περίεργα θα σκέφτεστε εσείς.
Περίεργα σκέφτεστε εσείς μιας και είστε περίεργοι.
Τι μας λες;
Μου λένε οι καρέκλες οι παλιές μου που ήταν και οι καλές μου "Πάχυνες; Πως κι αυτό;"
Δεν τα πηγαίναμε καλά από παλιά να σας πω. Ποτέ. Πάντα μέσ' στη γκρίνια ήταν. Μια κάτσε πιο 'κει μια πιο 'δω.
Τώρα θυμήθηκα γιατί πάντα έπινα καφέ όρθιος και έτρωγα στο πάτωμα.
Το πάτωμα είναι ωραίο για να τρως γιατί μπορείς αφού φας να ξαπλώσεις κατευθείαν και να κοιμηθείς ή να χαζέψεις το ταβάνι ή να βλέπεις να φαντάσματα να πετάνε από πάνω σου.
Πολύ μυστήριο κυκλοφορεί.
Με εννοείτε που σας υπονοώ;
Ένα τσιγάρο παρακαλώ.
Κι ένα μπεγλέρι.
Και μια τράπουλα να ρίξω τα μελλούμενα στο κόντρα πλακέ και να σας τα πω.
Α κι ένα χλιαρό κονιάκ.
Τι μας λες;
Τι σας λέω;
Ότι μου κατεβαίνει πάλι;
Και δεν καταλαβαίνει κανείς ούτε μία ίντσα συνοχής;
Μα καταλαβαίνεις τι γράφεις;
Εσείς καταλαβαίνετε. Πάντως.
Το θέμα είναι τι καταλαβαίνεται. Βέβαια.
Προφανώς τίποτα.
Αλλά δεν φταίω αν δεν μπορείτε να είστε ελεύθεροι και αιχμαλωτίζεστε στις λέξεις, λυπάμαι. Ψέμα.
Μάλλον λάθος. Χρειαζόταν ένα σας μπροστά.
Με το συμπάθιο κιόλας.
Μην με ρωτήσετε ξανά αν θέλω να κάνω σωματικό ντιλίτ όταν διαβάσετε κάπου την λέξη θάνατος. Παρ' τε το δεδομένο να τελειώνουμε.
Ούτε αν καταλαβαίνω τι γράφω.
Δεν αποφάσισα εγώ να ξεκινήσω. Μόνο του αποφασίστηκε.
Ρωτήστε αυτό λοιπόν. Κι αν σας απαντήσει να μπω στις ένοπλες δυνάμεις.
Εύχομαι τα προβλήματά σας να παραμείνουν στο επίπεδο του πεντικιούρ και του βίλα.
Επίσης να ξέρετε ότι μια μέρα θα γίνω σπουδαίος. Όταν γίνω ορυκτό.
Αστειασόβαρα.
Πάω να γυαλίσω τα φτερά μου.
Άντε γειααά.
(Τυφλόκουφοι)

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

το κινέζικο αηδόνι

Θα σου πω ένα μυστικό...

Ο κόρφος μου με όραμα είναι εκπληρωμένος
και βλέπω, τώρα δα, δέντρα πράσσινα να σαλεύουν
και χρυσαφένια στάχια να χορεύουν.

Και να και το κινέζικο αηδόνι,
στάθηκε σε κινέζικες ταπισερί
και τραγουδά ορειχάλκινο τραγούδι.

Την πόλη
που σαν νεκρή κοιμάται
αιχμαλωτίζει.

Παιδιά.
Σοφοί.
Υποσχέσεις.

Τις παλάμες μου που είναι σε χρόνια περασμένα αφημένες.
Κι ότι φως μου 'χει περισέψει στα μάτια.
Μόλις που πρόλαβα και ψιθύρισα το μυστικό μου,

"Αυτό ήταν πόδια μου,
ως εδώ περπατήσατε."

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

το ζητούμενο

Δεν ψάχνω τίποτα.
Ούτε καν τα ηλιοτρόπια που μου 'χες τότε τάξει.
Δεν ψάχνω χρυσούς και ευεξία,
ούτε εμπορία κάνω.
Έχω ιδιωτευθεί πλήρως βλέπεις.
Δεν θέλω πια τοπία, ταράτσες και μούστο.
Δεν αναζητώ το νόημα στο ζεν και την ποίηση.
Θέλω μόνο να πρωτογίνω.
Μονάχα αυτό θέλω,
μοναχά,
κάποιον να με κοιμίζει τα βράδια
και το πρωί να εξαφανίζεται.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

χνώτα θολά

Εκείνο το βράδυ,
όταν ήρθες με το γέλιο σου,
και μου 'δωσες το χέρι σου,
και κοίταξα τα μάτια σου,
και ήμασταν μόνοι,
κι απ' τα μισόκλειστα παράθυρα ακουγόταν ο ορίζοντας που έκλαιγε τον ήλιο που πέθαινε σιγά σιγά,
εκείνο το βράδυ ήμουν ανήσυχος.

Σαν κάποιος πόνος να είχε ξυπνήσει μέσα μου,
μια αρρώστια.

Και σαν μαγνήτης ασθενείας ήρθες,
και με κράτησες,
με γιάτρεψες.

Και τότε τα δικά μου μάτια σε μαγνήτισαν,
και σε κυριάρχησαν.

Κι από τότε κάθε βράδυ σερνόσουν στη αγκαλιά μου,
και κυριάρχησα τα κύτταρά σου όλα,
και τις αδυναμίες σου,
και τις δυνάμεις,
και την πιο απόκρυφή σου γύμνια.

Και κάθε βράδυ σερνόσουν επάνω μου
κι έπινες το φαρμάκι από τα χείλη μου.

Και,
τι κρίμα,
δεν ένιωθες πως κάθε βράδυ
ήσυχα σε σκότωνα.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

στην ερημιά με χάρη

Ένα πρωί θα ξυπνήσω,

νωρίτερα απ' ότι συνήθως,

ήσυχα

θα πιω λίγω καφέ

και θα φύγω.

Ο καιρός ίσως είναι λίγο φθινοπωρινός.

Θα φύγω απο 'σένα.

Θα περπατήσω μακριά από αυτή την αγάπη.

Θα πάω κάπου

που θα μιλάω με τα νερά

και θα παίζω με τ' ανέμια.

Ίσως κάποιο βράδυ

να σου γράψω δυο λόγια

και να μη σου τα στείλω ποτέ.

Ίσως ένα ξημέρωμα

να σε θέλω δίπλα μου.

Καμιά φορά

θα διαβάζω ιστορίες

και θα νομίζω για λίγο πως είσαι δίπλα.

Εκείνο το πρωί

εσύ θα πας κανονικά στη δουλειά.

ο ύμνος της θάλασσας

Μπορείς να ακούσεις τον απόηχο που στέλνουν οι σειρήνες;
Είναι από την νυχτερινή ακτή.
Είναι το τραγούδι μιας υπόσχεσης
ψυχών που η θάλασσα ενώνει.

Μπορείς να ακούσεις τον ύμνο του ναυτικού;
Έρχεται με την παλίρροια και υψώνει.
Ψάλλεται εκεί που ξεκινά το ουράνιο τόξο
κι εκεί που τα δάκρυα φωνάζουν.

Μπορείς να δεις κάποιον να χαζεύει την βροχή απ' το παράθυρο;
Προσπαθεί να δείξει τον δρόμο του γυρισμού
και προσεύχεται να φτάσεις ασφαλής.

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

το θέατρο των αντικειμένων

Ακούτε;

Γιατί δεν σας βλέπω. Κι αφού δεν βλέπω δεν ξέρω αν είστε εδώ. Θα μπορούσα βέβαια να ακούσω κάποιο χαρακτηριστικό ήχο που να δηλώνει παρουσία αλλά ούτε να ακούσω μπορώ.

Το παθαίνω όταν δεν βλέπω.

Και όλα αυτά γιατί το πρωί ξέχασα να φορέσω τη ζώνη που δένει το άτομο στην ανθρώπινη μέση μου και εκ παραδρομής κορέστηκα.

(Παρασύρθηκα).

Αυτή η ζώνη φοριέται από όσους πραγματοποιούν μαζικές εξορμήσεις, κατευθύνονται και ικανοποιούνται, προσπερνούν τα θεάματα, δεν επισκέπτονται μουσεία, δεν κρατάνε τα αποκόμματα από τα εισιτήρια στο σινεμά που είδαν την τάδε ταινία με τους τάδε φίλους, δεν τους αρέσει η σοκολάτα, δεν κάνουν ανακύκλωση, δεν τρώνε μπατζάρια, δεν συστήνονται με το πουλί που κάνει φωλιά στα κεραμίδια τους και δεν έχουν ασβεστωμένα αλογοπέταλα στο σπίτι τους.

Ο Παρθενώνας και η Βουλή, ας πούμε, έχουν κοιταχτεί τόσο πολύ που έχουν ξεφτίσει, τους έχουν απομυζήσει τα τόσα αναίσθητα μάτια.

Είναι σαφές πως πρέπει κάτι να υπάρξει που να εξυπηρετεί τον άνθρωπο ως άτομο.

Τι θα λέγατε για ένα δεντρόσπιτο; 'Η ακόμα καλύτερα αν καπνίζατε κρυφά; Αν χτυπούσατε κουδούνια στις πολυκατοικίες, ξύνατε ξυλομπογιές, κλέβατε τσίχλες; Κι αν μαζεύετε μέλι στη κυψέλη ή αν ακούτε μουσική παρέα με τις μπουρμπουλήθρες στη μπανιέρα; Αν είστε αχτένιστοι; Αν δεν σας νοιάζει τι γράφω;

Ναι θα έλεγα.
Εσείς δεν ξέρω.
(Δεν με πολυαπασχολεί κιόλας).

Αυτά είναι τα πράγματα, οι σπάγκοι των χαρταετών, οι απαλές βελούδινες καρδιές που σχηματίζουν δεσμό ανάμεσα στην αυτιστική ψυχή και τον βιωματικό κόσμο.

(θα σου πάρω μια βελούδινη καρδιά μέσα στην εβδομάδα).

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

περίπατος οφθαλμών

Τα πρωινά μου και τα δειλινά,
σε όλα είσαι εσύ.

Αφημένος.


Πάντα ανακαλύπτεις και επιστρέφεις,

σαν επιστροφή από ταξίδι μακρινό
που μου 'χει λείψει για καιρούς.

Και η φωνή σου σαν τα χείλη του ονείρου

να μου ψιθυρίζουν τι να κάνω.

Έχεις βρει το μοναδικό φεγγάρι,
το μόνο φως στον περίπατο.

Μα πως να απαριθμήσω, να οριοθετήσω;

Πάντα χαλάς τα σχέδιά μου.
Περνάς τα όριά μου.


Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

ο χορός της πόλης

Αν πέρασε το πρωί κάποιος από την Ερμού και με είδε να απλώνω την πετσέτα μου με τον μίκυ έξω από τον χαραλά και να ετοιμάζομαι για ηλιοθεραπεία μαζί με μια καθρεφτομπάλα (ντίσκο) ελπίζω να μην με πέρασε για τρελό. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε.

Επίσης αν κάποιος άλλος με είδε αργότερα να αλλάζω τα σκαλάκια στο Σύνταγμα με τη σκάλα του Μιλάνου ή ακόμα καλύτερα με τη σκάλα Ερεσού ας μη μου κάνει μήνυση. Η πόλη χρειάζεται οριστική ανακαίνιση.

Είναι προφανές!

Γι' αυτό λοιπόν αν κάποιος με είδε να τυλίγω την Πατησίων με ένα βλέμμα γνήσιας νοσταλγίας και τρυφερότητας και να την κρύβω στο σάκο μου ας μην πει στην αστυνομία ποιος είναι ο κλέφτης.

Για την ώρα ψάξτε τη παλιά βουλή στη Σταδίου γιατί στη θέση της έχω βάλει ένα τροχοπαγωτατζίδικο που έχει για σερβιτόρους αρλεκίνους και πιγκουίνους και που από πάνω του αιωρείται μόνιμα ένα ροζ σύννεφο και όταν νυχτώνει δεν νυχτώνει γιατί αυτό το σύννεφο είναι μαγικό και κρύβει μέσα έναν μικροσκοπικό ήλιο που είναι κι αυτός μαγικός από αυτούς που φωτίζουν την αθωότητα, τα παιδικά δωμάτια και τους ερωτευμένους.

Αν φεύγοντας θέλετε να πάρετε το μετρό από το πανεπιστήμιο δυστυχώς δεν θα είναι εκεί, αλλά στη θέση του θα περνάνε άμαξες που θα τις σέρνουν κηροπήγια και θα τις οδηγούν τσαγιέρες και φλυτζάνια από αυτά που πίνει ο βασιλιάς τη καυτή σοκολάτα με το πιπέρι καγιέν.

Αν λίγο παρακάτω είμαι πάλι εγώ με ένα πινέλο στο χέρι και ζωγραφίζω το φεγγάρι στον ουρανό μην με ενοχλήσετε. Είμαι (προφανώς) οξειδωμένος τόσο όσο οξειδώνεται το θειάφι και ο άνθρακας και έτοιμος να σπάσω από την αλλαγή της πραγματικότητας. Αφήστε με να τελειώσω το έργο και να το βάψω ασημί για τους τρελούς και γαλάζιο για τους όμορφους. Έτσι κι αλλιώς θα είμαι και παρακάτω και παραπάνω και θα μαζεύω γλυκά μανιτάρια στον εθνικό κήπο ή θα διαβάζω καραμελωμένα κόμιξ στην ομόνοια, αλλά και πάλι μην μου μιλήσετε απότομα και ταραχτώ γιατί μπορεί να μου βγει κανά μάτι και να κυλήσει και ύστερα να μην μπορώ να δω καθαρά και να πρέπει να συμβιβαστώ μοναχικά. Να προσκρούσω αντικειμενικά δηλαδή στο μετρόπολις. Αντικειμενικά και μοναχικά ίσως είναι το ίδιο τελικά.

Επίσης μην με ακουμπήσετε γιατί και η επαφή στην κατάστασή μου μπορεί να προκαλέσει χρόνια προβλήματα ατομικισμού εγωκεντρικής σκέψης.

Αν παρ' όλα αυτά συνεχίσετε θα είμαι στην πλατεία Κολιάτσου και θα αποκεφαλίζω μπάρμπι και λίγο αργότερα θα τρώω πορτοκαλόπιτα στη Μαβίλη ενώ βάζω τους τζι άη τζό μου να παντρεύονται και να ζυμώνουν κουλουράκια με τα πόδια γιατί τα χέρια τους είναι κομμένα.

Απλά και πάλι μην με ενοχλήσει κανείς γιατί μπορεί να μου ξεκολλήσει κανένα συναίσθημα από αυτά που είναι κολλημένα σαν στάμπες και χαλάνε με τα πλυσίματα.

Γενικά αφήστε με ήσυχο να παίζω με τα παιχνίδια μου, την αλήθεια και την ησυχία.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

η μυστική συνταγή του μπακλαβά

Αυτοκρατορική συνταγή για μικρά, μελιστάλαχτα, γευστικά, νοστιμούλικα, λαχταριστά βασιλικά μπακλαβαδάκια.


Υλικά για τα μπακλαβαδάκια


  • Μισό κιλό αμυγδαλόψιχα από αμύγδαλα μαγεμένης αμυγδαλιάς

  • Μισή κούπα τριμμένη φρυγανιά που την έχουν τρίψει οι τρεις πιο αστείοι γελωτοποιοί του παλατιού

  • Μισό φλυτζάνι του τσαγιού ζάχαρη από αμπάρι πειρατικού καραβιού
  • Λίγη κανέλα και γαρύφαλλα από το Αζελμπαϊζάν

  • Μισό κιλό φύλλο κρούστας από την χώρα με τα κρυστάλλινα κρινολούλουδα

  • Ενάμισι φλιτζάνι του τσαγιού λιωμένο βούτυρο από αγελάδα που της αρέσει να την γαργαλάνε αρλεκίνοι τα μεσάνυχτα

  • Λίγο νεράκι από αφρισμένο καταρράχτη του νησιού των Πυροτεχνημάτων

Υλικά για το σιρόπι


  • Τέσσερα φλυτζάνια του τσαγιού ζάχαρη από το ζαχαροπλαστείο του μπαρμπα-Σερμπέτη στο Λιχουδιστάν

  • Δύο φλυτζάνια νερό από λιωμένο χιονάνθρωπο

  • Χυμός λεμονιού από το ηλιόλουστο λεμονοδάσος.


Εκτέλεση

Βάζετε στην πρίζα του παλατιού ένα ασημένιο μπλέντερ διακοσμημένο με τον βασιλικό θυρεό, ρίχνετε μέσα την αμυγδαλόψιχα και την κόβετε σε μικρούτσικα κομματάκια, ενώ τραγουδάτε:


Έλα, μπλέντερ μου γοργό,

έλα έλα, σε παρακαλώ!

Κόψε τα αμυγδαλάκια

καν' τα όλα ψιχουλάκια!

Αδειάζετε την αμυγδαλόψιχα σε ένα ζαφειρένιο μπολ (αν δεν έχετε ζαφειρένιο μπολ, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα κίτρινο κουβαδάκι) και προσθέτετε την τριμμένη φρυγανιά, την ζάχαρη από το αμπάρι πειρατικού καραβιού, την κανέλα από το Αζελμπαϊζάν και, τέλος, τα γαρύφαλλα (χωρίς τις γλάστρες!).

Μετά, αφού στρώσετε στο πάτωμα της κουζίνας ένα περσικό χαλάκι και κάνετε δύο τούμπες, για να είσαστε σε φόρμα, παίρνετε ένα χρυσό ορθογώνιο ταψί (προσοχή! ταψί, όχι ταξί), το βουτυρώνετε, στρώνετε πέντε φύλλα κρούστας αλειμμένα όλα με βούτυρο και πασπαλίζετε από πάνω με το μείγμα της αμυγδαλόψιχας. Ενώ στρώνετε, βουτυρώνετε και πασπαλίζετε, λέτε τα εξής λόγια:


Στώνω, στρώνω

βουτυρώνω!

Στρώνω, στρώνω φυλλαράκια!

Φτιάχνω νόστιμα μπακλαβαδάκια!


Τα φύλλα τα στρώνετε με το χέρι. Αν τα στρώνετε με οδοστρωτήρα, μάλλον δεν θα πετύχουν τα μπακλαβαδάκια και ο βασιλιάς θα σας αποκεφαλίσει.


Στη συνέχεια στρώνετε δύο ακόμα βουτυρωμένα φύλλα κρούστας και πασπαλίζετε πάλι με το μείγμα της αμυγδαλόψιχας.


Συνεχίζετε να στρώνετε δύο-δύο τα φύλλα και να πασπαλίζετε ώσπου σωθεί το μείγμα. Πάνω-πάνω βάζετε έξι φύλλα, βουτυρωμένα και ραντισμένα με λίγο νεράκι από αφρισμένο καταράκτη του Νησιού των Πυροτεχνημάτων.

Καλείτε, τότε, επειγόντως τον αρχιστράτηγο του παλατιού και τον προστάζετε να κόψει με το σπαθί του τον μπακλαβά μόνο πλάγια. Ύστερα, ψήνετε το γλυκό για μισή ωρίτσα σε καυτή ανάσα δράκου θερμοκρασίας 150 °C (ή αν δεν έχετε πρόχειρο δράκο, το ψήνετε σε μέτριο φούρνο).

Ενώ το γλυκό ψήνεται, εσείς χορεύετε τρία βαλς με το μαξιλάρι σας (πέντε λεπτά το κάθε βαλς), μια μαζούρκα (δέκα λεπτά) και χοροπηδάτε ογδόντα οχτώ φορές πάνω στο κρεβάτι σας (οχτώ πηδήματα ανά λεπτό), κρατώντας ανοιχτή μια καρό ομπρέλα και λέτε:

Ψήσου, ψήσου μπακλαβά!

Ψήσου, ψήσου τώρα δα!

Ψήσου, ψήσου στο ταψί,

πάρε όψη μεγάλη!

Πάρε χρώμα χρυσαφί!

Όταν περάσει η μισή ωρίτσα, βγάζετε προσεχτικά το γλυκό από το στόμα του δράκου (ή από τον φούρνο, ανάλογα με την περίπτωση), το κρυώνετε ανεμίζοντας από πάνω του μια βεντάλια από φτερά παγωνιού, την οποία δανειζόσαστε από την πιο όμορφη κυρία των τιμών του παλατιού που το όνομά της πρέπει να έχει τρία σύμφωνα από την λέξη "μπακλαβάς" και τέσσερα φωνήεντα από την λέξη "λιχουδιά". Βράζετε ύστερα τη ζάχαρη μαζί με τον νερό από λιωμένο χιονάνθρωπο και τον χυμό λεμονιού από το ηλιόλουστο λεμονοδάσος για 9 λεπτά και 60 δευτερόλεπτα (ή αν προτιμάτε για 8 λεπτά και 120 δευτερόλεπτα), ώσπου να γίνει σιρόπι.

Μετά, με το σπαθί του αρχιστράτηγου, κόβετε σε ρόμβους τον μπακλαβά και ρίχνετε από πάνω μπόλικο σιρόπι με το μεγαλύτερο ροζ κουτάλι του παλατιού, ώστε να πάει παντού. Αν δεν έχετε μεγάλο ροζ κουτάλι, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα μικρό ροζ φτυάρι. Μετά γλείφετε το ροζ κουτάλι (ή το ροζ φτυάρι) για να μην πάει χαμένο καθόλου σιρόπι. Προσέξτε μην σας πιάσει εκείνη τη στιγμή λαιμαργία και καταπιείτε και το ροζ κουτάλι (ή το φτυάρι).

Αν, όλα πάνε καλά και ο Θεός των μπακλαβάδων βάλει το χέρι του, γίνονται με αυτόν τον τρόπο περίπου εξήντα μικρά, μελιστάλαχτα, γευστικ, νοστιμούλικα, λαχταριστά βασιλικά μπακλαβαδάκια, τα οποία προσφέρετε σε φιλντισένια σερβίτσια στους καλεσμένους σας, δηλαδή στον αυτοκράτορα της Παταραγωνίας, Αψού-Αψού τον τρίτο, τον βασιλιά της Παμφαγονίας, τετράπαχο τον τέταρτο, την πριγκίπισσα Δυσκολούλα και τους εκατό της πρίγκιπες, την πριγκίπισσα Γλυκούλα Λιλιμπούλα και το ροζ γουρουνάκι της και σ' όποιον άλλο εσείς επιθυμείτε, ενώ ταυτοχρόνως τραγουδάτε:

Φάτε, φάτε, αφεθείτε!

Μπουκωθείτε όσο ποθείτε!

Μπακλαβοσιροπογλυκαθείτε!

Φάτε όσο μπορείτε!

Στο τέλος να πλείνετε τα δόντια σας.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

ανολοκλήρωτο

Άλλη μια νύχτα με βουβούς ώμους,
με γραμμές που μιλούν αλήθειες χωρίς θορύβους
και τόση πείνα έχουν τα βλέφαρα,
σαν προσευχή να γυρίσουν σπίτι.

Ήμερο βράδυ, ήμερα στενά,
όλοι μοιάζουν χώρια.
Σκιές κι ιδιοκτήτες.
Η ποίηση και το χαρτί της.

Κι αυτή η μεταμφίεση πόλης τι κάνει εδώ;
Ταιριάζει με τον κορεσμό.

Μόνο η σελήνη
πέφτει με αλεξίπτωτο
και τα δίκια μου βαθαίνουν
στα λόγια τα θαμπά σου.

Κοιμήσου όμως τώρα,
πάει,
οι πεθαμένοι κι οι μοναξιές
δεν μιλούν.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

το άρωμα του ονείρου

Τι πιθανότητα υπάρχει να μου μυρίζει Μίκυ Μάους απόψε;

Η ίδια με το να μου μυρίζει Μαύρος Πιτ θα μου πείτε.

Κι όμως σαν να μου μύρισαν αλμανάκο και Ντόναλτ, από αυτά τα καλοκαιρινά της παραλίας δίπλα στο ζεστό φραπέ που έχω πάρει από το μεσημέρι κι η ώρα έχει φτάσει 6 κι ακόμα να τον τελειώσω κι απ΄αυτά που κρύβω μέσα στο βιβλίο της οικονομετρίας.

Σαν να πήγα πίσω τότε που μου μύριζαν αγάπες και οράματα, φαντάσματα και προσδοκίες, φωτιά και μέλι ρε παιδί μου που κολλάει πάνω μου, το γλύφει η αρκούδα, με τρώνε οι μέλισσες, πλένομαι, παίζω ποδόσφαιρο με τενεκεδάκι στο διάλειμμα και επειδή δεν είμαστε πολλοί παίζουμε μισοί μισοί.

Μετά μου μυρίζει να χτυπάει το κουδούνι, να περιμένω στις σκάλες να δω πότε ανεβαίνει ο δάσκαλος κι όταν τον δω να τρέχω στην τάξη και την παίρνω αγκαλιά και στο μάθημα να ρίχνω κάτω τα μολύβια του Κωστάκη.

Ταξιδεύω με εξωφερομόνες σε όνειρα που γιατρεύουν.

Ε δε τα γιατρεύουν και όλα αλλά σε κάνουν να νοιώθεις ωραία (τουλάχιστον).

Όπως το ότι μικρός ήθελα να γίνω καλλιεργητής πυγολαμπίδων.

Απλά μέχρι τώρα έχω ανακαλύψει μόνο την κεραυνομηχανή.

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

εσείς τι θα πάρετε;

O φιλοσοφικός ρεαλισμός βασίζεται στη θέση ότι η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από το πόσο καλά την γνωρίζουμε ή την καταλαβαίνουμε. Απλά υπάρχει δηλαδή και μπορεί να μην το ξέρει ούτε η ίδια, πράγμα λίγο στενάχωρο, να μην μπορείς να ξέρεις ότι υπάρχεις.

Σύμφωνα με τον Φελίνι ο οραματιστής είναι ο μοναδικός αληθινός ρεαλιστής, κάτι που ακούγεται εντελώς αντιρεαλιστικό ή αλλιώς παραλήρημα.

Πριν όμως προλάβει κανείς να βγάλει τον κύριο Φελίνι τρελό να παρατηρήσουμε πως το μεγαλύτερο (αν όχι όλο) μέρος του ο πλανήτης Γη, ο Άρης, ο Ποσειδώνας, ο Σπύρος (;), το σύμπαν ολόκληρο κι οτιδήποτε άλλο πράμα κυκλοφορεί εκεί πάνω και ασχολείται η νάσα και ο σκάι, δραστηριοποιείται σε πολύ μεγάλες ταχύτητες είτε σε πολύ μικρές τις οποίες (προφανώς) δεν μπορεί να τις αντιληφθεί νορμάλ ανθρώπινος αισθητήρας. Συνεπώς είναι απολύτως αντιρεαλιστικό να μιλάμε για ρεαλισμό.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο εσωτερικό του πλανήτη όπου τα πάντα (τα κοάλα) και οι πάντες κινούνται σε ταχύτητες πέραν της λογικής και επικοινωνούν σε από διάγραμμα ακτινοβολίας μιας κεραίας ραντάρ (τετραγωνικό αντίστροφο ημίτονο). Είναι περισσότερο από απολύτως αντιρεαλιστικό να μιλήσουμε για έστω ρεαλισμό (ή την ιδέα αυτού) την στιγμή που δεν αντιλαμβανόμαστε την παρουσία του διπλανού στο διπλανό κάθισμα στο μετρό.

Ο Εμίλ Ζολά από την άλλη και άλλοι νατουραλιστές θέλουν να μας πείσουν πως ρεαλισμός είναι στην πραγματικότητα μια αγέλη λύκων που κυνηγά και κατασπαράζει 5-6 ζέβρες. Εντάξει, δε λέω, ωραία τα ζωάκια, ωραίο και το άνιμαλ πλάνετ αλλά η πραγματικότητα θα είχε βαρεθεί αν ήταν έτσι (εννοώ γεμάτη φαγωμούς και ένστικτα).

Εδώ τώρα μπορούμε να καταλάβουμε πως όποιος έγραψε την πραγματικότητα την έγραψε διάτρητη και γεμάτη ορθογραφικά λάθη (ή αρκετά ευαίσθητη ώστε να λερώνεται τακτικά από κάθε είδους-χρώματος άποψη και υποκειμενισμό) ώστε να μην μπορεί να καταλάβει καθένας από μας (τους κοινούς) πότε είναι σωστή και πότε όχι κι αν είμαστε αληθινοί ή έννοιες.

Και τώρα μιας και είπα για έννοιες είναι κι αυτοί οι θεωρητικοί στον ορίζοντα. Αυτοί που υποστηρίζουν στην προβολή της πραγματικότητας των πραγμάτων μέσω της συνειδητότητας.

Ούτε λόγος για ρεαλισμό.
(εγώ πάντως κάπου διάβασα πως ρεαλισμός είναι να πετάς πάνω απ' τις πολυκατοικίες στο Κουκάκι και να προσγειώνεσαι στην Τριπόδων για καφέ).

Ούτε καν για ακτιβιτισμό.
(ακτιβισμός είναι η φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει πως αν είσαι κότα δεν κάνεις τίποτα).

Χριστούλη μου!
Δεν υπάρχει πουθενά ρεαλισμός;
Η πραγματικότητα δεν ξέρει ούτε κι αυτή αν υπάρχει;
Κι οι οραματιστές τι κάνουν;
Θεέ μου!
Ονειρεύονται φωτογραφικές μηχανές και ταξίδια στη Μπαρτσελόνα!;
Έχουν ειρωνικό χαμόγελο ή βλακώδες;
Καλού κακού τα κάνουν όλα αυτά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν κάνει χρήση ουσιών πριν).
Γενικά τους έχω για καλό πράμα.

Σαν ένα κομμάτι κρέας ή ένα ψημένο καλαμπόκι.

Για τον φίλο μου τον Ερρίκο που ο οραματισμός τον έκανε Ερρίκο, ο σουρεαλισμός τον έκανε φίλο μου και ο ρεαλισμός τον έκανε να φύγει.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

νυχτερινή σκοπιά

Γυμνέ ουρανέ κι απόψε,
δεν ντρέπεσαι,
πόσα ταξίδια σε υφαίνουν...
ασήμι ψάχνεις να ντυθείς,
των μοναχών ο αριθμιτής.

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

γράμμα V

Αγαπημένε Peter,
επειδή δεν υπήρχε κανένα άλλο μέρος να τρέξω, επέστρεψα για λίγο σε 'σένα τούτη τη πυκνή νύχτα του Ιούλη. Γνώριμο παλιό μολύβι, το ίδιο μουδιασμένο αστέρι από πάνω μου κι εσύ ολοκληρωτικά μακριά. Μου φαίνεται σαν από ατσάλι η σελήνη, μέρες τώρα, και μέρες ακόμα είναι που το βλέπω να 'ρχεται πιο κοντά και μέρες που το ακούω να μου μιλά φευγαλέα. Μην ανησυχείς όμως με αυτά, είμαι εντάξει. Μόνο με ανησυχεί που το αίμα μου από σκούρο κόκκινο αλλάζει σε χρυσό σιγά σιγά, μα κι αυτό ελάχιστα. Ο κόσμος μου εδώ έχει ήδη αρχίσει να παραμορφώνεται και σκέφτομαι πως είναι καιρός να φεύγω για αλλού. Έχω πάψει να βλέπω ομορφιά, άρτο και οίνο. Φίλε μου μόνο η φωνή σου θα μπορούσε να με γαληνεύσει τώρα μα είναι δύσκολο σαν επανάσταση. Φεύγω χαμηλόφωνα και νυσταγμένος για όνειρα ιερά και πλούσια.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

ήταν μια Κυριακή

Μόλις που ξημερώνει σου λέω.
Μικρά τρυπάνια και χρώματα παγωμένα.
Τρυπάνια χάρτινα, χάρτινες ημέρες τρυπούν, χάρτινα τ' αναφιλητά που βγάζεις.
Χάρτινος ο κόσμος που σου ξημέρωσε και σήμερα, χαλάει σιγά σιγά απ' τον ήλιο.
Σπαταλημένη μοιάζει η ζωή πλάι στο παράθυρο κι ο ουρανός πυρήνας της.
Τίποτε δεν αλλάζει και κανείς δεν γεννά.
Μόνο το σύμπαν.

Ο εαυτός σου τώρα έγινα εγώ και χαμογελώ με ψεύδος.
Κι ακόμα κι αν με πληγώνει αυτή η δήθεν φόδρα,
την φορώ για καβούκι ή την κουβαλώ σαν έμβρυο.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

χνάρια

Γεννήθηκες;
Ή άδικα προσμένει το ανάστημά μου ζωή;

Ωρίμασες κιόλας;
Τι το 'θελα κι έμεινα παιδί να σε περιμένω;

Έφυγες.
Κι ούτε που είχα προλάβει να μεγαλώσω κι εγώ.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

για την δίψα

Άδειος αντιλαλώ στην περπατησιά:

όνειρο απωθημένο τούτο το κεκτημένο,
νιώθω σαν να μ' αγγίζει, μα μόνο την σκέψη μαγνητίζει.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

ενάντια στο μπαμ

Αγαπημένο μου μπορντό ημερολόγιο,


πάει καιρός από την τελευταία φορά που σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Το σκέφτηκα; Βασικά ποτέ δεν θεώρησα, βαθιά, πιθανή την λύση του φούντου, εκτός από κάποιες γκρίζες ημέρες. Είναι εκείνες οι ημέρες του μήνα. Γιατί όμως; Μα δεν υπάρχει λόγος. Τα αισθηματικά μου είναι γλυκά και καραμελένια, η υγεία μου ροδοκόκκινη, η δουλειά μου προοπτικά υπερσχεδιασμένη, οι διαπροσωπικές μου σχέσεις παραπάνω από ικανοποιητικές. Δεν έχω δικαιολογία λοιπόν. Ίσως να με ενέπνευσε το περιβάλλον. Η θάλασσα, η θέα, λίγη φόρα και πλαφ. Γιατί ξανά; Προφανώς έχω σταματήσει να θαυμάζω όπως παλιά. Λες και κάποιος με ένα βουλοκέρι σφράγισε αυτή μου την ικανότητα και τώρα ανίκανος να θαυμάσω θεώρησα πως πρέπει κάτι να κάνω και να γίνω ο ίδιος θέαμα. Είναι επίσης προφανές το γεγονός ότι κάποιος ίδιος δεν συντόνισε σωστά το ρολόι και δεν έγινα όσο άντρας χρειαζόταν η στιγμή του άλματος. Παρ' όλη την μελαγχολία βέβαια θα είχε και τη πλάκα του αν σκεφτώ πως θα μπορούσα να στοιχειώσω και να κάνω φάρσες. Ωστόσο με δεδομένη τη ζύμωση και τις αισθητικές ελλείψεις επιπλώθηκα στο υπόγειό μου, τελικά. Συνεχίζω να γράφω μιας και το γράψιμο είναι ένας δρόμος εξίσου καλοστρωμένος όπως και οι υπόλοιποι, ικανοποιεί τις παρορμήσεις και λυτρώνει σαν σιδερένιος Χριστός. Τώρα είναι επίσης προφανές πως αν όλο αυτό φάνηκε άχρηστο και ανούσιο (προφανώς) είναι αρκετοί ηλίθιοι που μπορούν να το στηγματίσουν πνευματικό αντιυποκατάστατο και μαύρο μιας και η ηλιθιότητα επιφέρει ολοκληρωτισμό και παγίωση. Και τι να γίνει.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

2 φωνές

Πέρασε ο καιρός
κι οι βαλίτσες ανθήσαν
σαν νυχτολούλουδα.

Κενές,
στέλνουν ψιθύρους
γονατιστά
κατάλοιπα περιθωρίων.

Έχω ένα περιθώριο ακόμη,
τραυματισμένο και σκάρτο
κι ένα στίχο κλεφτό στο συρταράκι στο κομοδίνο στο κρεβάτι
δίπλα στο ταξίδι.

Το ταξίδι στριμωγμένο
σε γωνιά νάνο
φωνάζει πανικόβλητα.

Τι γυρεύεις εδώ ψυχή ναυτική
μακριά από νερά κι αέρες.
Θαυμάζω
απαντά καθαρά σαν κλάμα μωρού
το πυρακτωμένο σύμπαν.

Μα άγονη η σελήνη σου στεριανέ
που μ' έφερε
κοντά η ώρα να φεύγω
αφού προίκα καλή δε μου 'δωσες.

Καρπός και
λευκό το χρώμα σου
ταξίδι καλό
είδες πως είναι να πεθαίνεις
και λέξεις σε γιαπωνέζικο χαρτί.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

φεγγαρόπετρες

Έχει τίποτα σημαντικό ο ουρανός;

Αστέρια θα μου λες.

Τι άλλο έχει;

Σύννεφα.

Και τι άλλο έχει;

Τίποτα μόνο αυτά θα μου λες.

Κλείσε τα μάτια θα σου λέω τι έχει ο ουρανός;

Γέφυρες διαφανείς και υποσχέσεις.

Ωραία και τι άλλο;

Μήλα δυόσμο και ασημένιο γυαλί.

Και τι άλλο;

Γάλα και σοκολάτες.

Εσύ που είσαι;

Θέλω να ανάψω τσιγάρο.

Εσύ που είσαι;

Στη γέφυρα μαζί σου.

Άναψε τσιγάρο.

Και προχωράμε μαζί.

Και που πάμε;

Προχωράμε.

Για που;

Και γελάμε.

Και μετά;

Προχωράμε και γελάμε και με ρωτάς και σου απαντώ.

Και τι απαντάς;

Να μη φοβάσαι ποτέ.

Και τι ρωτώ;

Την απόσταση.

Και μετά τι γίνεται;

Σουλατσάρουμε στις γέφυρες και μιλάμε.

Και τι λέμε;

Λέξεις.

Τι λέξεις;

Όμορφες, παραμύθια.

Τι παραμύθια;

Παραμύθια.

Τι παραμύθια;

Σταμάτα φίλησέ με.

Σε φιλάω πες μου τώρα.

Δεν σου λεω.

Πες μου.

Δεν θέλω.

Γιατί;

Θέλω ένα τσιγάρο.

Κάπνισε.

Καπνίζω πες μου εσύ.

Τι να σου πω;

Τι έχει στον ουρανό;

Κόσμους.

Τι κόσμους;

Δε σου λέω.

Πες μου.

Φίλησέ με.

Σε φιλάω πες μου τώρα.

Έχει κόσμους.

Τι κόσμους;

Μη ρωτάς τα ίδια.

Τι κόσμους;

Με δράκους, σαντιγί, τιρκουάζ πεταλούδες, πυγολαμπίδες μ' αγαπάς;

Σ' αγαπώ τι άλλο έχει;

Έχει όνειρα.

Τι όνειρα;

Δε θα σταματήσεις ποτέ να αγαπάς να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά να ξαπλώνουμε στο τσιμέντο.

Δε θα σταματήσω βάλε το χέρι σου κάτω απ' το κεφάλι μου.

Το βάζω πες μου μια ιστορία.

Δεν σου λέω μια ιστορία.

Πες μου μια ιστορία.

Δεν σου λέω μια ιστορία κοίτα ψηλά.

Πόσο ψηλά;

Μέχρι εκεί που μας βλέπεις.

Κοιτάζω και μας βλέπω.

Ησύχασε τώρα.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

ο δεσμοφύλακας

Στο κάρβουνο αυτό καίγεται λιβάνι,
στο πάθος ο καημός.

Με μικρές εκκλησιές,
τι θα 'κανε το σκοτάδι;

Ίσως διώχνει το σκοπό,
κι αν όχι εμπρός.

Αυτό το ίσως είναι κακό.

Ο κροταλιστής των ονείρων.

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

λεωφόρος Άρκτου

Αν και συνήθως με υπνωτίζουν τα χρωματιστά φωτάκια, τα φώτα αυτής της λεωφόρου έχουν ένα τρόπο να με τραντάζουν και να φωτίζουν μια απεραντοσύνη με διαβόλους, βλάκες, ψέμματα, καραγκιόζιδες, μέλλοντα και εύκαμπτους προσανατολισμούς και τα κάνει όλα τόσο φωτεινά που ακόμα και με μάσκα οξυγονοκόλλησης δυσκολεύομαι να τα δω.

Η ταχύτητα σ' αυτή την άσφαλτο δεν ανήκει σε αυτόν που τρέχει ούτε στο συνοδηγό που δεν προσέχει αλλά σε ότι υπάρχει αριστερά και δεξιά και κυρίως σε ότι έχει περάσει, καλό ή κακό, και σε ότι έχει φιλοξενηθεί για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και έχει προξενήσει σημαντικές αλλαγές.

Η λεωφόρος Άρκτου είναι γεμάτη περίπτερα πολύ καλά κρυμμένα και πουλάνε καλαμπούρι, μαγικές σοκολάτες που δεν λιώνουν, σχέδια και αλήθειες και όλα μόνο κατ' επιθυμία και αφού είσαι απολύτως σίγουρος και έτοιμος.
Σοβαρά τώρα, υπάρχουν τέτοια περίπτερα. Εγώ έχω πάρει μια φορά ένα πακέτο μαγικά τσιγάρα που γεμίζει μόνο του και άλλη μια φορά ένα βιονικό φιστίκι πριν από 4-5 χρόνια που το έχω ακόμα στη μέσα τσέπη του μπουφάν μου. Είχα πάρει και μια αλήθεια θυμάμαι αλλά με πείραξε στο στομάχι και δεν ξαναπλησίασα.

Στον αριθμό 21 υπάρχει ένα παπουτσάδικο. Έχει μεγάλη ποικιλία. Στο λέω αν δεν θέλεις τελικά να πάρεις κάτι από τα περίπτερα να πάρεις ένα σκαρπίνι, ένα στρωτό, κίτρινες γόβες, σανδάλια δερμάτινα ή μπότες μόνο που θα τα φορέσεις μόνο εδώ. Εκτός λεωφόρου λιώνουν. Και μη σκέφτεσαι τα λεφτά, πληρώνεις με συναίνεση κι εδώ. Και μη σκέφτεσαι ότι θα πας στο Χαραλά ή στο Μελισσινό, εκείνων οι σόλες δεν έχουν φτερά ούτε σε πάνε στ' αστέρια.

Τρέχω όσο θέλω και με οποιαδήποτε μονάδα μέτρησης χωρίς φανάρια και κορναρίσματα ούτε φρένα και χωρίς να σκέφτομαι αν θα περάσω μπροστά απ' τη ΓΑΔΑ και θα με πιάσουν χωρίς δίπλωμα και ντυμένο αχινό.

Εν τέλει, ξέρεις, δεν έτρεξα αρκετά ο δειλός και ούτε είχα ντυθεί αληθινά αχινός όχι γιατί δε μπορούσα να κάτσω αλλά επειδή δεν ήθελα να τρυπήσω κανέναν κατά λάθος. Επίσης επέστρεψα με άδεια χέρια, ακόμα δειλός για να ξέρω.

«Μιλάς για το παρελθόν;»

«Μη δίνεις σημασία.»

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

το παραμύθι που έγινε αλήθεια

Ήταν μια φορά κι ένα καιρό
μια φθορά κι ένας καημός
που από την πολύ τριβή
η φθορά δε μπορούσε πια να καταστρέψει τίποτα
και ο καημός δε μπορούσε να αναστενάξει άλλο.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

ο κύριος Τρώης

Μιαμ.

Μιαμ.

Αυτό που σε περιορίζει το βαρέθηκα και το 'φαγα με αλατοπίπερο, είκοσι κεριά από δυναμίτη και σαλάτα χωρίς ουσία στο φως του δειλινού.

Απαίσιες απάτες που σου ήταν βάρος και μη ιδιαίτερους χρονοβόρους διαλόγους.

Τα έφαγα ένα κυριακάτικο μεσημέρι, σαν όλα τα κυριακάτικα μεσημέρια από μασίφ.

Έφαγα τις γεννήτριες της ανίας και όλα τα όρια ανεξαιρέτως τομέα, τους φύλακες της αγνότητας, τις περιπτώσεις κι ότι ασπασμούς είχαν ξεμείνει στη σοφίτα.

Όλα άχρηστα και ψυχιατρικά περιττά.

Ότι σε κρατάει και σε παλαβώνει το σενιάρισα και το στόλισα με βασιλικό και 4 πιπέρια.

Άγχος, πληροφορίες και διαστάσεις.

Τηλεοπτικούς έρωτες και ενημερωτικούς στεναγμούς.

Τα χάλασα όλα.
Ελάχιστα γρηγορότερα απ' όσο περίμενες για να σε ξαπλώσω σε μια σπουδαία αμμουδιά.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

γράμμα IV

Αγαπημένε Peter,
πάει καιρός.
Πάνε οι ανοιξιάτικες βόλτες και ο πρώτος ενοχλητικός ήλιος.
Η μαγεία του πεζόδρομου μοιάζει να χάνει τη φαντασία της και ο το φως ζοφερό.
Ο καθένας μόνος πια.
Δύσκολα.
Άσχημα.
Ναρκώθηκα.
Μα πόσο ακόμα;
Για πόσο θα 'χω ζωή και όνειρα χωρίς μοχλό;
Τα υπνωτικά χάπια μου τελειώνουν.
Τα χαμόγελα και τα ψεύδη, κι αυτά.
Τα τσιγάρα το ίδιο.
Η πανοπλία μου από σπιρτόξυλα αποσυντίθεται σιγά σιγά.
Επτά ώρες καμένος, αόριστα στο καινούριο μέρος μας.
Άφησα το παλιό σε 'σένα.
Κι άλλες επτά λιμασμένος για ένα κεραυνό αμνησίας.
Το φως κι η σκιά με πικραίνουν το ίδιο τώρα.
Στο φως δε σε βλέπω πουθενά και το σκοτάδι κρύβει τα πάντα.
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα.
Μόνο κρατώ την ανάσα μου ώσπου να ξαναμπείς στη ζωή μου.
Έστω από αυτές τις λέξεις.
Σε λικνίζω σαν φλόγα στη βάρκα του χθες μου.
Πέρα δώθε, νομίζω πως θα σε δω το πρωί.
Σαν κινητό θαύμα μα η κόγχη του μολυβιού μόλις μου συντόμευσε την ηρεμία.
Κειμήλιο φτωχό μα
Χαραγμένο στο χέρι μου ακόμα το όνομά σου.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

το κουτάκι της άνοιξης

Θα σε ανοιξάρω σήμερα.

Νευρικά, με μπρίο και αυτοανθούμενη διάθεση.

Βαρέθηκα τις βιομηχανίες και τις παπαγαλίες και χθες έδωσα βραβείο στον απέναντι τοίχο που κάποιος είχε κρεμάσει την Ακρόπολη και ένα πορτοκαλοβερμιγιόν φεγγάρι που έκανε καστ για φαντασιώσεις και όνειρα.

Βαρέθηκα και τις επικοινωνίες, ανεξαιρέτως επιτυχίας ή μη, στις σκηνές, στα στενά και τους δρόμους κι έκανα επίκυψη για να ξαναβρώ το μισό μου ταλέντο από σόγια και την υποχρεωτική απάντηση.

Δεν έχω, μου τελείωσε.

Έχω όμως μπιχλιμπίδια, κρεμαστά, λάσπες, λουκουμάδες, πουλιά, πρόσκαιρη λιακάδα, πτερύγια, φακίδες, φαλάκρα, εφημερίδες, παρανυφάκια, πανηγύρια.

Έχω σοκολάτες με τσίλι και χρυσό, καραμέλα λοτού, κρέμα φιστικιού Αιγίνης και τριαντάφυλλα από περγαμόντο κι όλα αυτά στο δρόμο για το περίπατο

παρανομίες

έρωτες.

δικαιοσύνη.

κώδικες.

πριγκίπισσες και βασιλόπουλα.

Με καίνε σα ραδιενεργός πυρετός.

νυχτολούλουδα.

φούρνοι.

καυσαέριο.

τσιμέντο.

τραγούδια.

ο Μάκης πάνω από τη κλεψύδρα.

Μου επιστρέφουν τις νότες.

Μια μπάλα κούκις σαν μπάλα μπάσκετ.

Μια μπάντα στην άκρη κάνει τα μόρια του κορμιού να ουρλιάζουν.

Το λεωφορείο για τη πόλη.

Ανηφόρες.

24 °C.

ραντεβού.

ταβέρνες.

Πολυτάραχη διαδρομή, ενθαρρυντικές εικόνες, ανοιξιάτικες δυνατότητες, κρύσταλλα Βοημίας, αυτοκινητόβιους φίλους χωρίς κακοποιά στοιχεία και αντιπαθητικές μαλακίες.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

σχέδιο Νο2

Σου λέω το σχέδιό μου.
Θα περάσεις το απόγευμα από τη δουλειά να με δείς λίγο, θα χαρώ που θα σε δω ξαφνικά, θα μου πεις για λίγο τα νέα, θα σε χαζεύω, δε θα μπορώ να καθίσω πολύ μαζί σου, θα σου δώσω τα κλειδιά και θα πας σπίτι, θα ακούς μουσική με τη τηλεόραση στο αθόρυβο, θα σχολάσω λίγο νωρίτερα και θα έρθω, θα παραγγείλουμε, θα φάμε, θα ανάψω ένα τσιγάρο, θα πιούμε λίγο κρασί, θα ανάψω άλλο ένα, θα μου λες ξανά να το κόψω, θα έχουμε νυστάξει απότομα, θα ξαπλώσω λίγο πάνω σου, θα μας πάρει ο ύπνος στον καναπέ.

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

σχέδιο Νο 1

Σου λέω το σχέδιό μου.
Θα ανοίξω ένα μικρό πετρόχτιστο φούρνο κάπου στην βόρεια Παραμυθοχώρα, θα τον ανοίξουμε μαζί δηλαδή, θα φοράω τζιν, αθλητικά και κοντομάνικο και την άσπρη ποδιά, θα φοράς κι εσύ ποδιά, θα στέκομαι μπροστά στο φούρνο με τα χοντρά γάντια και θα περιμένω να ψηθούν τα καρβέλια, θα μιλάμε καθώς περιμένω, θα είναι χάραμα με το γνωστό κρύο φωτισμό, θα έχουμε μαζί όλα τα αγαπημένα μας βιβλία σε βιβλιοθήκη από τριανταφυλλιά και όλα τα αγαπημένα μας cd σε θήκες από καρυδιά, θα χαζεύουμε λίγο έξω, θα μιλάμε συνέχεια και θα γελάμε άσκοπα, θα έχουν ψηθεί τα ψωμιά και θα τα βγάλω, θα τα βάλεις στα ράφια για τους περαστικούς, θα μιλάμε και θα πίνουμε καφέ, θα ξημερώνουμε και θα βραδιάζουμε παρέα, θα κουνάω το κεφάλι, θα είσαι το ίδιο όμορφος, θα καπνίζω ακόμα, θα μιλάμε.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

κάστορος Νο 10

Στο δρόμο του γυρισμού συνάντησα μερικά μοβ πινέλα.

Έφτυναν μερικές παρεμβάσεις στο καλό πράσινο τοπίο της κοιλάδας.



Τι είπες τώρα;

Τα πινέλα φτύνουν;

Εγώ ξέρω πως τα πινέλα βάφουν. Ζωγραφίζουν καμβάδες και γενέθλια. Χαρές γενικά.



Όχι λέω.

Τα πινέλα φτύνουν κιόλας.

Λουλούδια χώρους (αυτές τις μέρες πασχαλινούς).

Επίσης τα πινέλα μιλάνε.

Μεταξύ τους αλλά και σ' όποιον έχει αυτιά αρκετά αεροδυναμικά για να τα ακούσει.

Έχουν βέβαια λόγο τετριμμένο και ταχύ από λόξα.

Εμένα μου είπαν ένα ανάποδο γεια την ώρα που περνούσα.

Ανάποδο γιατί ήταν η ώρα της μπουγάδας τους.

Κι απ' τη τρομάρα κόντεψε να μου φύγει το τιμόνι.

Έκατσα μια στάλα ακλόνητος να καταλάβω τι γίνεται και απάντησα στο χαιρετισμό.

Δεν ήθελα να τους γίνω και κολλιτσίδα και ντρεπόμουν και λίγο να καθίσω μαζί τους.

Μου έκαναν λίγες επιπλήξεις για το μονόχρωμο μακό και συνέχισαν τη δουλεία τους.

Έπρεπε όλες οι πασχαλιές να είναι έτοιμες μέχρι το επόμενο πρωί και δεν είχαν πολύ χρόνο.